Η συζήτηση για τις απαγορεύσεις social media σε ανηλίκους κρύβει ένα βαθύτερο, πολιτικό ζήτημα: ποιος ελέγχει την ψηφιακή υποδομή πάνω στην οποία λειτουργεί η δημοκρατία. Όταν δισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες πλατφορμών ευθυγραμμίζονται με τον Τραμπ και την ακροδεξιά, το δίλημμα δεν είναι απλώς «ελευθερία λόγου ή λογοκρισία».
Η δημόσια συζήτηση σε Βρετανία, Ευρώπη και Αυστραλία γύρω από τις απαγορεύσεις πρόσβασης στα social media για ανηλίκους κάτω των 16 ετών παρουσιάζεται ως ζήτημα προστασίας των παιδιών από βία, πορνογραφία και ακραίο περιεχόμενο. Όμως, όπως επισημαίνει ο Ραφαέλ Μπερ, το πραγματικό διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο: η συγκέντρωση τεράστιας ψηφιακής ισχύος στα χέρια λίγων ιδεολογικά φορτισμένων ολιγαρχών της τεχνολογίας.
Από την «υπερλεωφόρο της πληροφορίας» στην υπονόμευση της δημοκρατίας
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι πολιτικοί μιλούσαν για την «υπερλεωφόρο της πληροφορίας» σαν ένα δίκτυο που, όπως οι δρόμοι, θα χρειαζόταν κανόνες για να αποφευχθούν τα «ατυχήματα». Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός διανομής: κινητά, εφαρμογές και αλγόριθμοι που μετατρέπουν τους χρήστες σε καταναλωτές χωρίς κριτική άμυνα, εθισμένους στην υπερδιέγερση.
Οι πλατφόρμες ευνοούν τις πιο ακραίες εικόνες και απόψεις, επειδή αυτές παράγουν την υψηλότερη «εμπλοκή». Ο θυμός και η αγανάκτηση γίνονται καύσιμο του επιχειρηματικού τους μοντέλου. Έτσι, τα social media λειτουργούν σαν μηχανές ριζοσπαστικοποίησης, ωθώντας κάθε άποψη προς την πιο ακραία εκδοχή της και διαβρώνοντας τον κοινό χώρο συμφωνημένων γεγονότων που απαιτείται για μια λειτουργική δημοκρατία.
Η ρητορική της «ελευθερίας λόγου» ως ασπίδα εταιρικών και ακροδεξιών συμφερόντων
Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες περιγράφουν κάθε ρύθμιση ως απειλή για την «ελευθερία του λόγου», ντύνοντας τις εμπορικές τους επιδιώξεις με φιλελεύθερη ρητορική. Την ίδια στιγμή, ακροδεξιοί πολιτικοί υιοθετούν το ίδιο πλαίσιο, καθώς εξυπηρετεί τον στόχο τους: την αποδόμηση των θεσμών και των κανόνων της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η συμμαχία της πολιτικής Maga με την ολιγαρχία της Silicon Valley –με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Ίλον Μασκ (X) και τον Πίτερ Τιλ (Palantir)– έχει άμεσες επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική. Αφενός, διαμορφώνει το κλίμα δημόσιου λόγου μέσα από πλατφόρμες που προωθούν θεωρίες συνωμοσίας, ρατσιστικά αφηγήματα και αντικοινοβουλευτική ρητορική. Αφετέρου, μεταφράζεται σε αμερικανική εμπορική πίεση προς κυβερνήσεις να μην εφαρμόζουν αυστηρή νομοθεσία για τις διαδικτυακές βλάβες, με την απειλή δασμών.
Από την προστασία ανηλίκων στο ζήτημα της κυριαρχίας
Οι απαγορεύσεις social media για ανηλίκους στην Αυστραλία, την Ισπανία και τη Γαλλία, καθώς και η σχετική συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγγίζουν κυρίως την επιφάνεια: την ψυχική υγεία των νέων, τον εθισμό, τον ύπνο. Όμως, τα κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται είναι άλλα: πόσο πρόβλημα αποτελεί το ότι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο χρησιμοποιεί την προσωπική του πλατφόρμα για να προωθεί ρατσιστικές θεωρίες και να ενισχύει ακροδεξιές κινητοποιήσεις στην Ευρώπη; Τι σημαίνει για τη δημόσια πολιτική όταν εταιρείες όπως η Palantir αναλαμβάνουν κρίσιμα πληροφοριακά συστήματα για την υγεία ή την άμυνα, ενώ ταυτόχρονα συνεργάζονται με αμερικανικές υπηρεσίες για την καταστολή της μετανάστευσης;
Αυτά δεν είναι ζητήματα «ελευθερίας λόγου», αλλά ζητήματα κυριαρχίας: ποιος ελέγχει τις βασικές υποδομές επικοινωνίας από τις οποίες εξαρτάται η δημοκρατική διαδικασία και προς όφελος ποιων συμφερόντων λειτουργούν. Η αποκλειστική εστίαση στον κίνδυνο κρατικής λογοκρισίας, όσο υπαρκτός κι αν είναι, αποπροσανατολίζει από την άλλη όψη του προβλήματος: την ιδιωτική, διακρατική ισχύ λίγων ολιγαρχών που μπορούν να εκβιάζουν κυβερνήσεις και να κατευθύνουν τον δημόσιο διάλογο.
Σχόλιο
: Η ελληνική και ευρωπαϊκή συζήτηση για τη ρύθμιση των πλατφορμών δεν μπορεί να περιορίζεται σε τεχνικά ζητήματα προστασίας ανηλίκων ή ιδιωτικότητας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι δημοκρατίες θα αποκτήσουν στρατηγικό έλεγχο πάνω στις ψηφιακές υποδομές τους ή αν θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από τις πολιτικές ορέξεις λίγων αμερικανών δισεκατομμυριούχων που επηρεάζουν άμεσα το πολιτικό κλίμα και τις οικονομικές αποφάσεις σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.






