Πόλεμος αντί συμφωνίας: γιατί κατέρρευσε η αμερικανοϊρανική διπλωματία

Οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη εμφανίστηκαν ως ιστορική πρόοδος, όμως μέσα σε λίγες ώρες μετατράπηκαν σε αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν. Τι πήγε στραβά στη διπλωματική προσπάθεια και πώς οδηγηθήκαμε σε μείζονα σύρραξη;

Οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στη Γενεύη, με διαμεσολάβηση του Ομάν, παρουσιάστηκαν ως η καλύτερη ευκαιρία εδώ και χρόνια για μια νέα πυρηνική συμφωνία. Ο Ομάν, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Μπαντρ αλ Μπουσαΐντι, μίλησε για «σημαντική πρόοδο» και για ιρανικές διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επιδιώξει απόκτηση πυρηνικού υλικού για κατασκευή ατομικής βόμβας – μια δέσμευση που χαρακτήρισε «πρωτοφανές επίτευγμα».

Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν ευρείες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον ιρανικών στόχων, με εκρήξεις να συγκλονίζουν περιοχές της Τεχεράνης. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την έναρξη «μεγάλων πολεμικών επιχειρήσεων» με στόχο, όπως είπε, την εξάλειψη «επικείμενων απειλών» από το ιρανικό καθεστώς. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος, υποστηρίζοντας ότι «το δολοφονικό τρομοκρατικό καθεστώς» δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Από την «πρόοδο» στη σύγκρουση: πραγματική παρεξήγηση ή πολιτικός ελιγμός;

Η εντυπωσιακή απόσταση ανάμεσα στο κλίμα αισιοδοξίας της Γενεύης και στις βόμβες που ακολούθησαν εγείρει το ερώτημα αν υπήρξε θεμελιώδης παρεξήγηση ή αν η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως προκάλυμμα για μια προειλημμένη απόφαση πολέμου.

Ο Μάρκους Σνάιντερ, επικεφαλής προγράμματος για την ειρήνη και ασφάλεια στη Μέση Ανατολή του Ιδρύματος Φρίντριχ Έμπερτ στη Βηρυτό, απορρίπτει το σενάριο της «παρεξήγησης». Κατά την άποψή του, οι διαβουλεύσεις ήταν μια «ύστατη προσπάθεια» των Ομανών να αποτρέψουν έναν πόλεμο που ήδη ωρίμαζε. Οι ΗΠΑ, σημειώνει, είχαν δείξει πολύ λιγότερο ενθουσιασμό για τις συνομιλίες σε σχέση με τη μεσολαβητική δύναμη.

Η Ιρανολόγος Ντίμπα Μιρζαΐ από το Γερμανικό Ινστιτούτο Παγκόσμιων και Τοπικών Μελετών στο Αμβούργο συμφωνεί ότι οι πλευρές δεν «διάβασαν» διαφορετικά τις συνομιλίες. Για εκείνη, η δημόσια αισιοδοξία του Ομάν ανέδειξε κυρίως «το μέγεθος της ευκαιρίας που θα χάνονταν» αν οι ΗΠΑ προχωρούσαν σε επίθεση.

Αγεφύρωτες θέσεις και στρατηγική κλιμάκωσης

Κατά τον Σνάιντερ, οι θέσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης ήταν εξαρχής «ακραία διαφορετικές». Οι αμερικανικές απαιτήσεις ισοδυναμούσαν με «πλήρη παράδοση» της Ισλαμικής Δημοκρατίας, κάτι πολιτικά αδιανόητο για ένα ιδεολογικά σκληροπυρηνικό καθεστώς. Η εκτεταμένη αμερικανική συγκέντρωση ναυτικών και στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή, που προηγήθηκε εβδομάδες πριν, καθιστούσε ήδη «απίθανο» να πρόκειται απλώς για επίδειξη ισχύος.

Ταυτόχρονα, η Μιρζαΐ υπενθυμίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ παραδοσιακά επενδύει σε στρατηγική κλιμάκωσης: αυξάνει διαρκώς την πίεση ώστε να αποσπάσει παραχωρήσεις και να παρουσιάσει ένα «καλύτερο deal». Το ερώτημα είναι αν αυτή η λογική μπορεί να οδηγήσει σε βιώσιμη συμφωνία όταν ήδη έχει ξεκινήσει πολεμική σύγκρουση.

Ο Σνάιντερ αμφισβητεί επίσης τον ισχυρισμό περί «άμεσης απειλής» για τις ΗΠΑ. Χαρακτηρίζει «μη ιδιαίτερα υψηλή» την αξιοπιστία της δήλωσης Τραμπ ότι το Ιράν σχεδίαζε επίθεση κατά της Αμερικής, μιλώντας για έναν «πόλεμο επιλογής» – μια σύρραξη που ξεκινά επειδή η υπερδύναμη το επιθυμεί, όχι επειδή εξαναγκάζεται.

Συντονισμός με το Ισραήλ και τα όρια της αμερικανικής ισχύος

Ο χρονισμός των επιχειρήσεων φωτίζει και τη διάσταση του αμερικανοϊσραηλινού συντονισμού. Σύμφωνα με τον Σνάιντερ, η αρχική ισραηλινή επίθεση, ακολουθούμενη σχεδόν αμέσως από την αμερικανική, ήταν περισσότερο τακτική επιλογή παρά πραγματική πολιτική διαφοροποίηση. Στην πράξη, οι δύο χώρες φαίνεται να έδρασαν σχεδόν ταυτόχρονα, με το Ισραήλ απλώς να «προηγείται κατά δύο δευτερόλεπτα».

Η ιρανική απάντηση με πυραυλικές επιθέσεις κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων, ακόμη και στο Μπαχρέιν, υπογραμμίζει ότι η Τεχεράνη δεν είναι ούτε «Βενεζουέλα» ούτε «Ιράκ του 2003». Διαθέτει περιφερειακά δίκτυα, στρατιωτικές δυνατότητες και ανθεκτικότητα που καθιστούν κάθε επέμβαση υψηλού ρίσκου και απρόβλεπτων συνεπειών για τη Μέση Ανατολή συνολικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί σε μια δυναμική όπου η στρατιωτική κλιμάκωση υπονομεύει τις ίδιες τις διπλωματικές επιλογές της. Το «καλύτερο deal» που επιδίωκε ο Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει πλέον πολύ πιο δύσκολο – αν όχι αδύνατο – να επιτευχθεί, καθώς η εμπιστοσύνη έχει διαρραγεί και οι γραμμές αντιπαράθεσης έχουν σκληρύνει.

Σχόλιο SBCTV : Η υπόθεση αναδεικνύει το δομικό πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής: χρησιμοποιεί τη διπλωματία περισσότερο ως παράταση χρόνου για στρατιωτική προετοιμασία παρά ως πραγματικό εργαλείο συμβιβασμού. Σε ένα τόσο ιδεολογικοποιημένο και οπλισμένο περιβάλλον όπως το ιρανοαμερικανικό, η λογική «μέγιστης πίεσης» παράγει τελικά μέγιστο κίνδυνο, όχι μέγιστη ασφάλεια.

#ΗΠΑ #Ιράν #Τραμπ #Ισραήλ #ΜέσηΑνατολή #διπλωματία #πόλεμος

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.