Ένας αρθρογράφος του Guardian περιγράφει πώς η επιστροφή σε ένα εικοσαετίας Game Boy Advance και το Pokémon FireRed τον βοήθησαν να σπάσει τον εθισμό στο doomscrolling. Η εμπειρία φωτίζει μια ευρύτερη τάση: την αναζήτηση πιο «ήσυχων» ψηφιακών εμπειριών, μακριά από τα αγχώδη social media.
Το κόψιμο του doomscrolling – της εμμονικής κατανάλωσης αρνητικών ειδήσεων και ροών σε κοινωνικά δίκτυα – είναι ίσως η πιο δύσκολη ψηφιακή «αποτοξίνωση» της εποχής. Οι εφαρμογές στο κινητό έχουν σχεδιαστεί ώστε να διεκδικούν διαρκώς την προσοχή μας, μετατρέποντας το τσεκάρισμα της οθόνης σε αντανακλαστικό. Ο αρθρογράφος του Guardian Michael Roberts περιγράφει πώς, αντί να πετάξει τις οθόνες, άλλαξε είδος οθόνης: άφησε το smartphone και άρχισε να κουβαλά ξανά μαζί του ένα Nintendo Game Boy Advance, παίζοντας το Pokémon FireRed, remake των πρώτων παιχνιδιών Pokémon που συμπληρώνουν 30 χρόνια.
Από το άγχος των social media στη γαλήνη της Kanto
Ο Roberts επιχειρεί να μειώσει τον χρόνο στο κινητό χωρίς να αποκηρύξει πλήρως την τεχνολογία. Το κλειδί, υποστηρίζει, δεν είναι η απόλυτη αποχή από τις οθόνες, αλλά η αντικατάσταση των πιο τοξικών ψηφιακών συνηθειών με πιο ήπιες και ελεγχόμενες εμπειρίες. Αντί για ατελείωτα feeds, επιλέγει την κλειστή, offline περιπέτεια της περιοχής Kanto στο Pokémon FireRed.
Παρότι είχε να ασχοληθεί σοβαρά με τη σειρά από το Pokémon Diamond του 2006, η επιστροφή σε έναν παλαιότερο τίτλο αποδείχθηκε αναπάντεχα αναζωογονητική. Μέσα σε λίγες ώρες εξερεύνησης και μαχών με άγρια Pokémon, το κινητό – αν και δίπλα του – έπαψε να «φωνάζει» για προσοχή. Εκεί όπου παλαιότερα έβρισκε τον εαυτό του να ανοίγει εφαρμογές σε κάθε μικρή παύση, τώρα γέμιζε τα κενά της ημέρας με σύντομες, χαμηλής έντασης gaming συνεδρίες.
Η αισθητική και η δομή του FireRed παίζουν ρόλο σε αυτή την ηρεμία. Τα απλούστερα, λιγότερο υπερδιεγερτικά γραφικά και η σχετικά ελεύθερη αφήγηση αφήνουν χώρο στη φαντασία, αντί να βομβαρδίζουν τον παίκτη με ερεθίσματα όπως πολλά σύγχρονα παιχνίδια ή τα ίδια τα social media. Η εμπειρία θυμίζει στον αρθρογράφο την ηρεμία που είχε βρει στο Animal Crossing, αλλά με ακόμη πιο χαμηλό διακύβευμα.
Η αντίφαση Pokémon: εμπορικός γίγαντας, προσωπική «αντίσταση»
Ο Roberts αναγνωρίζει την προφανή αντίφαση: το Pokémon είναι η πιο κερδοφόρα σειρά video games στην ιστορία, με τεράστιες εμπορικές συνεργασίες, από Happy Meals μέχρι θεματικά πάρκα και συλλογές ρούχων. Ωστόσο, η επιλογή ενός παλιού Game Boy και ενός τίτλου δύο δεκαετιών μοιάζει, για τον ίδιο, σχεδόν «ανυπάκουη» πράξη απέναντι στην κουλτούρα της μόνιμης συνδεσιμότητας.
Στο φορητό αυτό περιβάλλον δεν υπάρχουν microtransactions, ειδοποιήσεις, αλγόριθμοι και «like, comment, subscribe». Ο παίκτης ορίζει μόνος του το πλαίσιο και τη διάρκεια της εμπειρίας. Σύμφωνα με τον Roberts, η εβδομαδιαία χρήση του κινητού του έχει ήδη μειωθεί κατά περίπου τρεις ώρες, ενώ αισθάνεται ότι απομακρύνεται από τη διαρκή σύγκριση με τους άλλους και τον υπαρξιακό φόβο που ενισχύει το doomscrolling.
Το κείμενο καταλήγει σε μια πρόταση με ευρύτερο ενδιαφέρον: όσοι παλεύουν με υπερανάλυση, ανασφάλεια ή εξάντληση λόγω της υπερβολικής χρήσης τηλεφώνου, ίσως να ωφεληθούν από ένα «ταξίδι» σε έναν παλιό, εντελώς offline ψηφιακό κόσμο – είτε αυτός είναι η Kanto του Pokémon είτε οποιοδήποτε άλλο κλειστό, μη συνδεδεμένο σύμπαν παιχνιδιού.
Σχόλιο
: Η αφήγηση του Guardian καταγράφει μια τάση με σαφές οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα: καθώς η κόπωση από τα social media εντείνεται, αναβιώνει η ζήτηση για «ήσυχες» τεχνολογίες και retro συσκευές, που υπόσχονται έλεγχο αντί για εξάρτηση. Για την αγορά games αλλά και για τις πλατφόρμες, το δίλημμα ανάμεσα στη μεγιστοποίηση της εμπλοκής και στη διατήρηση της ψυχικής υγείας των χρηστών θα γίνει όλο και πιο κεντρικό τα επόμενα χρόνια.





