Νέα έρευνα δείχνει ότι η σταδιακή αποξένωση από το φυσικό περιβάλλον δεν μας στερεί μόνο ευχάριστες εμπειρίες, αλλά τροφοδοτεί ένα νέο φαινόμενο: τον φόβο για τη φύση. Οι συνέπειες αφορούν τόσο την ψυχική υγεία όσο και τη διάθεση των πολιτών να στηρίξουν την περιβαλλοντική προστασία.
Για δεκαετίες η φύση παρουσιαζόταν ως αυτονόητο «καταφύγιο» ευεξίας: περίπατος στο δάσος, κήπος, θέα σε πράσινο τοπίο. Σήμερα όμως, αυξάνεται ένα αντίθετο ρεύμα. Ερευνητές μιλούν για βιοφοβία, έναν αναδυόμενο φόβο για το φυσικό περιβάλλον, που δεν περιορίζεται πλέον σε φίδια ή αράχνες, αλλά αγγίζει συνολικά την εμπειρία του «έξω κόσμου».
Αστικοποίηση, οθόνες και η γέννηση της βιοφοβίας
Ομάδα του Πανεπιστημίου Lund στη Σουηδία ανέλυσε σχεδόν 200 μελέτες για τη σχέση ανθρώπου–φύσης και κατέληξε πως η σχέση αυτή επιδεινώνεται. Ο επικεφαλής Γιόχαν Κέλμπεργκ Γένσεν συνδέει ευθέως τη μεταβολή με την παγκόσμια στροφή προς την αστική ζωή: η πλειονότητα του πληθυσμού ζει πλέον σε πόλεις, μακριά από καθημερινή επαφή με δάση, χώμα, ζώα.
Ο Γερμανός ψυχολόγος Ντιρκ Στέμπερ επισημαίνει ότι ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η επιστήμη καταγράφει σταδιακή αποξένωση από τη φύση, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές χώρες. Παιδιά μεγαλώνουν σε «σφραγισμένα» περιβάλλοντα – μπετόν, άσφαλτος, κλειστοί χώροι, ψηφιακές οθόνες. Λείπουν οι βασικές σωματικές και αισθητηριακές εμπειρίες: σκαρφάλωμα, λερώματα, παρατήρηση ζώων.
Η ψυχολόγος Λέα Ντομ υπογραμμίζει ότι η εξοικείωση με τη φύση είναι κρίσιμη και για την οικολογική συνείδηση. Όσο περισσότερο νιώθουμε συνδεδεμένοι με το περιβάλλον, τόσο αυξάνεται η προθυμία μας να υπερασπιστούμε το κλίμα και τη βιοποικιλότητα. Αντίστροφα, όταν το χώμα θεωρείται «βρώμικο» και οι γαιοσκώληκες «αηδιαστικοί», αυτές οι αντιλήψεις κληροδοτούνται από γονείς σε παιδιά, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο απομάκρυνσης.
Πολιτισμικές αφηγήσεις και ψηφιακή «υπερπραγματικότητα»
Η σχέση μας με τη φύση δεν διαμορφώνεται μόνο από την εμπειρία, αλλά και από τις ιστορίες που αφηγείται κάθε κοινωνία. Στην Κεντρική Ευρώπη, το δάσος παρουσιαζόταν επί αιώνες ως τόπος κινδύνου, πείνας, μαγικών απειλών. Μόνο με τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα μετατράπηκε σε τοπίο νοσταλγίας και εσωτερικής αναζήτησης.
Σήμερα, σύμφωνα με τον Στέμπερ, παρατηρούμε μια «επιστροφή» του φόβου, όχι λόγω άγριων ζώων, αλλά λόγω αλλοτρίωσης και ψηφιακής μεσολάβησης. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βιντεοπαιχνίδια δημιουργούν μια υπερ-ρεαλιστική, φιλτραρισμένη εικόνα της φύσης, η οποία πολλές φορές μοιάζει πιο έντονη και «όμορφη» από το πραγματικό δάσος ή το λιβάδι. Έτσι, για πολλούς, η «ασφαλής» ψηφιακή φύση αντικαθιστά την πραγματική εμπειρία, εδραιώνοντας την απομάκρυνση.
Η βιοφοβία δεν μένει χωρίς κοινωνικές συνέπειες. Έρευνες συνδέουν τον φόβο για τη φύση με αυξημένη εχθρότητα απέναντι σε άγρια ζώα, όπως αρκούδες, λύκους ή καρχαρίες, και με αιτήματα για εξόντωσή τους, αντί για συνύπαρξη με διαχείριση κινδύνου.
Ψυχική υγεία, παιδιά και στρατηγικές επανασύνδεσης
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η αποφυγή της φύσης στερεί από τον άνθρωπο ένα ισχυρό «φάρμακο» για την ψυχική υγεία. Η Ντομ σημειώνει πως η παραμονή σε φυσικό περιβάλλον ενισχύει την ψυχική ανθεκτικότητα, ενώ ο Στέμπερ αναφέρει μελέτες που δείχνουν ότι τα δάση μειώνουν συμπτώματα ΔΕΠΥ, βελτιώνουν προσοχή και συγκέντρωση, περιορίζουν αισθητηριακές δυσκολίες και βοηθούν στη ρύθμιση των συναισθημάτων.
Πώς μπορεί να ανατραπεί η τάση; Ο Γένσεν τονίζει τη δύναμη της γνώσης: όσο περισσότερο κατανοούμε οικοσυστήματα, φυτά και ζώα, τόσο πιο εύκολα τα εκτιμούμε και διαχειριζόμαστε ρεαλιστικά τους κινδύνους. Στην πράξη, περιβαλλοντικοί παιδαγωγοί, όπως η Σουζάνε Ζιγκλ στην Κολωνία, δουλεύουν κυρίως μέσω του παιχνιδιού: κυνηγητό στο δάσος, κρυφτό πίσω από δέντρα, ισορροπία σε κορμούς. Όταν το παιδί βυθιστεί στο παιχνίδι, ο φόβος να αγγίξει κλαδιά, κουκουνάρια ή χώμα υποχωρεί φυσικά.
Σχόλιο
: Η βιοφοβία δεν είναι απλώς ψυχολογική περιέργεια, αλλά παράγοντας που μπορεί να υπονομεύσει μακροπρόθεσμα τις πολιτικές για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα: κοινωνίες που φοβούνται τη φύση, δύσκολα θα επενδύσουν πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο για να τη σώσουν. Η επανασύνδεση, ειδικά των παιδιών, με πραγματικά οικοσυστήματα αναδεικνύεται έτσι σε κρίσιμη «υποδομή» βιώσιμης ανάπτυξης.






