Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, που έφυγε από τη ζωή στα 95 του, υπήρξε μια από τις πιο ιδιαίτερες και αθόρυβα καθοριστικές μορφές του αμερικανικού σινεμά. Από τον ψύχραιμο Τομ Χέιγκεν στον «Νονό» έως τον παρανοϊκά γοητευτικό Κιλγκορ στο «Αποκάλυψη Τώρα», συνδύασε ωμή δύναμη με σπάνια λεπτότητα.
Η είδηση του θανάτου του Ρόμπερτ Ντιβάλ κλείνει έναν κύκλο άνω των έξι δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων ο Αμερικανός ηθοποιός ενσάρκωσε σχεδόν κάθε εκδοχή της ανδρικής ισχύος και ευθραυστότητας στην οθόνη. Με τη βροντερή φωνή, το φαλακρό κεφάλι και την επιβλητική παρουσία του, έμοιαζε ταυτόχρονα με ρωμαίο αυτοκράτορα από το Τέξας και με σκληροτράχηλο στρατηγό που γύρισε τις πλάτες του στη δόξα του σταρ σίστεμ.
Από το «Να σκοτώσεις ένα κοτσύφι» στον «Νονό»
Ο Ντιβάλ ξεκίνησε με μικρότερους αλλά καίριους ρόλους σε ταινίες όπως το «To Kill a Mockingbird», το «M*A*S*H», το «The Conversation» και το «Network». Ωστόσο, η κινηματογραφική του μυθολογία σφραγίστηκε από τη συνεργασία του με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα τη δεκαετία του 1970.
Στον «Νονό» υποδύθηκε τον Τομ Χέιγκεν, τον ήρεμο, σχεδόν γραφειοκρατικό σύμβουλο της οικογένειας Κορλεόνε. Χωρίς εκρήξεις και θεατρινισμούς, ο Ντιβάλ χτίζει έναν χαρακτήρα-σκιά: έναν «COO» της μαφίας, που απορροφά προσβολές από τον θερμόαιμο Σόνι και στο τέλος αποκλείεται ψυχρά από τον Μάικλ. Πίσω από το φαινομενικά ανέκφραστο πρόσωπο, ο ηθοποιός αφήνει να φανεί βαθύς πληγωμένος εγωισμός και μια ατσάλινη, αθόρυβη αποφασιστικότητα.
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή με το διαβόητο κεφάλι του αλόγου: ο Χέιγκεν εμφανίζεται ως ο ευγενικός διαπραγματευτής με τον παραγωγό του Χόλιγουντ, αλλά, στο σκοτάδι της νύχτας, αποδεικνύεται ο ψυχρός αρχιτέκτονας μιας από τις πιο εμβληματικές πράξεις βίας στην ιστορία του σινεμά. Ο Ντιβάλ δεν υψώνει τη φωνή· η απειλή αναδύεται από την ηρεμία του.
Ο παρανοϊκός ρομαντισμός του «Αποκάλυψη Τώρα»
Στο «Αποκάλυψη Τώρα» ο Ντιβάλ περνά στο αντίθετο άκρο. Ως αντισυνταγματάρχης Κιλγκορ, λάτρης του σέρφινγκ και της μουσικής του Βάγκνερ, ενσαρκώνει την παραφροσύνη του πολέμου στο Βιετνάμ με σχεδόν όπερατική υπερβολή. Η φράση «Μου αρέσει η μυρωδιά της ναπάλμ το πρωί» γίνεται σύμβολο ενός στρατιωτικού που αντιμετωπίζει την καταστροφή σαν θεαματικό σπορ, ενώ η περιφρόνησή του για τον εχθρό συνορεύει με παιδική εμμονή για τα κύματα και τις σανίδες του σέρφινγκ.
Παρά την εκκεντρικότητα, ο Ντιβάλ δίνει στον Κιλγκορ μια υπόγεια μελαγχολία, ιδίως όταν μονολογεί πως «κάποια μέρα αυτός ο πόλεμος θα τελειώσει», σαν να αντιλαμβάνεται ότι η παράνοιά του δεν έχει μέλλον.
Η τρυφερή μοναξιά και η πνευματική λύτρωση
Η ερμηνευτική γκάμα του Ντιβάλ αναδείχθηκε πλήρως σε πιο εσωτερικούς ρόλους. Στο «The Great Santini» ενσαρκώνει έναν αυταρχικό αξιωματικό που μεταφέρει τη στρατιωτική πειθαρχία στην οικογενειακή ζωή, με μια σκληρότητα που γίνεται σχεδόν ανυπόφορη στη σχέση με τον γιο του.
Το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου ήρθε με το «Tender Mercies» (1983), όπου υποδύεται έναν κατεστραμμένο από το αλκοόλ τραγουδιστή κάντρι. Η ερμηνεία του είναι χαμηλότονη, σχεδόν ντροπαλή, γεμάτη σιωπές και μικρές κινήσεις, καθώς ο ήρωας προσπαθεί να ξαναβρεί αξιοπρέπεια και αγάπη σε ένα μοτέλ στο Τέξας. Η φωνή του, αυτή τη φορά στο τραγούδι, αποκαλύπτει μια άλλη, τρυφερή πλευρά του.
Κορυφαία στιγμή δημιουργικής αυτονομίας υπήρξε το «The Apostle» (1997), προσωπικό του πρότζεκτ, όπου υπέγραψε σενάριο, σκηνοθεσία και πρωταγωνιστικό ρόλο. Ως χαρισματικός αλλά βαθιά αμαρτωλός ιεροκήρυκας που διαπράττει έγκλημα και στη συνέχεια ιδρύει μια νέα εκκλησία στον αμερικανικό Νότο, ο Ντιβάλ εξερευνά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ειλικρινή πίστη, την προσωπική ενοχή και την κοινωνική αποδοχή. Η ερμηνεία του συνδυάζει θεατρικό πάθος στον άμβωνα με εσωτερική ραγισμάδα στις ήσυχες στιγμές.
Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ δεν υπήρξε ποτέ τυπικός σταρ, αλλά ένας ηθοποιός χαρακτήρων με τεράστια επιρροή. Η φυσική του παρουσία, η φωνή και η ικανότητά του να παίζει ταυτόχρονα τον θύτη και τον πληγωμένο άνθρωπο άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο.
Σχόλιο
: Ο θάνατος του Ρόμπερτ Ντιβάλ υπενθυμίζει πόσο σπάνιο είναι σήμερα το μοντέλο του ηθοποιού που αρνείται την εύκολη σταρική εικόνα και επενδύει στη μακρόπνοη, πολυεπίπεδη υποκριτική διαδρομή. Σε μια εποχή franchise και ομογενοποιημένων ρόλων, η κληρονομιά του λειτουργεί ως αντίβαρο: δείχνει ότι η πραγματική ισχύς στο σινεμά κρύβεται στη λεπτομέρεια, στη σιωπή και στην ηθική αμφισημία των χαρακτήρων.






