Οι αποκαλύψεις για τον Τζέφρι Έπσταϊν προκαλούν πολιτικούς σεισμούς σε Νορβηγία και Ηνωμένο Βασίλειο, με παραιτήσεις και έρευνες σε ανώτατο επίπεδο. Στις ΗΠΑ, όμως, το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο δείχνει εντυπωσιακή αντοχή, με ελάχιστες πραγματικές συνέπειες.
Οι νέες αποκαλύψεις γύρω από το δίκτυο του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν λειτουργούν ως crash test για τα πρότυπα λογοδοσίας σε Ευρώπη και ΗΠΑ – με τα αποτελέσματα να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα.
Ευρώπη: Παραιτήσεις, διώξεις και θεσμική ντροπή
Στη Νορβηγία, ένας προβεβλημένος διπλωμάτης έχει ήδη τεθεί σε διαθεσιμότητα, ενώ η αστυνομία άνοιξε έρευνα για πρώην πρωθυπουργό με αφορμή τις επαφές του με τον Έπσταϊν. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο πρώην πρεσβευτής στην Ουάσινγκτον Πίτερ Μάντελσον απομακρύνθηκε από τη θέση του και παραιτήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων, καθώς εξετάζεται αν μοιράστηκε ευαίσθητες πληροφορίες αγοράς με τον Έπσταϊν.
Παράλληλα, ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Γουίνδσορ (πρώην πρίγκιπας Άντριου) έχει ήδη απογυμνωθεί από βασιλικούς τίτλους και προνόμια, ενώ φιλανθρωπικός οργανισμός της πρώην συζύγου του Σάρα Φέργκιουσον κλείνει επ’ αόριστον μετά τη δημοσιοποίηση email όπου χαρακτήριζε τον Έπσταϊν «θρύλο» και «τον αδελφό που πάντα ήθελα».
Η υπόθεση έχει μετατραπεί σε πολιτικό βαρίδι και για τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, ο οποίος, αν και δεν έχει συναντήσει ποτέ τον Έπσταϊν, δέχεται πιέσεις για την επιλογή Μάντελσον. Ο Στάρμερ αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τα θύματα: «Λυπάμαι για όσα υποστήκατε, λυπάμαι που τόσοι ισχυροί άνθρωποι σας πρόδωσαν, λυπάμαι που πίστεψα τα ψέματα του Μάντελσον και τον διόρισα».
ΗΠΑ: Πολιτική ασυλία και υποβαθμισμένα στάνταρ λογοδοσίας
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η εικόνα είναι ριζικά διαφορετική. Κανένας κορυφαίος εν ενεργεία πολιτικός δεν έχει «πέσει» λόγω των αποκαλύψεων, ενώ οι επιπτώσεις περιορίζονται κυρίως σε επικοινωνιακό επίπεδο. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει σε μεγάλο βαθμό κλείσει τα μάτια ή συσπειρωθεί γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ, παρά τις καταγεγραμμένες σχέσεις του με τον Έπσταϊν και τις νέες, μη επιβεβαιωμένες καταγγελίες που ήρθαν στο φως.
Ο Τραμπ αρνείται οποιαδήποτε παρανομία και υποστηρίζει ότι είχε έρθει σε ρήξη με τον Έπσταϊν χρόνια πριν. Στο υπουργικό συμβούλιο, ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ παραμένει στη θέση του, παρότι πρόσφατα έγγραφα του υπουργείου Δικαιοσύνης δείχνουν στενότερη σχέση με τον Έπσταϊν από ό,τι ο ίδιος είχε παραδεχθεί, περιλαμβανομένης επίσκεψης στο νησί του στην Καραϊβική.
Στον χρηματοοικονομικό τομέα, η Goldman Sachs στηρίζει σθεναρά τη νομική της διευθύντρια Κάθριν Ρούμερ, παρά τις αποκαλύψεις για δώρα πολυτελείας από τον Έπσταϊν. Η ίδια δηλώνει ότι μετανιώνει που τον γνώρισε και εκφράζει «τεράστια συμπάθεια» για τα θύματα, αλλά δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικές κυρώσεις.
Ελίτ σε άμυνα, κοινωνία σε αδράνεια
Ακόμη και πρόσωπα του δημόσιου λόγου, όπως ο γιατρός και ερευνητής μακροζωίας Πίτερ Ατία, παραμένουν σε επιφανείς θέσεις παρά τα email με τον Έπσταϊν, στα οποία συζητούνταν με ωμότητα οι γυναίκες και ο «εξωφρενικός» τρόπος ζωής του χρηματιστή. Ο Ατία ζήτησε συγγνώμη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν είχε καμία εμπλοκή σε εγκληματικές πράξεις.
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι και παράγοντες όντως αποσύρθηκαν: ο πρώην υπουργός Οικονομικών Λάρι Σάμερς, ο ισχυρός δικηγόρος Μπραντ Καρπ και ο πρώην διευθυντής του Μουσείου Γουίτνεϊ Ντέιβιντ Ρος παραιτήθηκαν, δηλώνοντας ντροπή για τις επιλογές τους. Ωστόσο, για πρόσωπα όπως ο Στιβ Μπάνον ή ο Έλον Μασκ, οι συνέπειες περιορίζονται κυρίως σε φθορά εικόνας, χωρίς θεσμικό κόστος.
Ο Μασκ, σε ανάρτησή του, υποστήριξε ότι «αυτό που μετρά δεν είναι η δημοσιοποίηση τμημάτων των αρχείων Έπσταϊν, αλλά η δίωξη όσων διέπραξαν φρικτά εγκλήματα μαζί του», προειδοποιώντας ότι χωρίς συλλήψεις «όλα αυτά είναι απλώς θέατρο».
Πρώην διπλωμάτες και αναλυτές αποδίδουν τη σχετική ατιμωρησία στις ΗΠΑ στη «διάβρωση των στάνταρ» κατά την περίοδο Τραμπ, όπου η συνεχής ροή σκανδάλων από τον Λευκό Οίκο και η επιθετική άρνηση ανάληψης ευθύνης έχουν διαμορφώσει κουλτούρα πολιτικής αναισθησίας.
Σχόλιο
: Το σκάνδαλο Έπσταϊν λειτουργεί ως καθρέφτης δύο διαφορετικών πολιτικών πολιτισμών: στην Ευρώπη, η θεσμική ντροπή οδηγεί –έστω αργά– σε παραιτήσεις και έρευνες· στις ΗΠΑ, η πόλωση και η «κανονικοποίηση» της ανηθικότητας θωρακίζουν την ελίτ, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και αναδεικνύοντας ένα βαθύτερο έλλειμμα λογοδοσίας.






