Σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο εξαπέλυσε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Κώστας Τσουκαλάς. Θέτει ζήτημα κράτους δικαίου, επίκλησης της Δικαιοσύνης και χειρισμού των υποκλοπών από το Μέγαρο Μαξίμου.
Με σφοδρή κριτική τοποθέτηση επανέρχεται ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Κώστας Τσουκαλάς, στο μέτωπο των θεσμών και της Δικαιοσύνης, με αφορμή το ερώτημα του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη προς την αντιπολίτευση για το αν «εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη». Ο κ. Τσουκαλάς αντιστρέφει το ερώτημα, στοχοποιώντας ευθέως τον πρωθυπουργό και την κυβερνητική πλειοψηφία για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν δικαστικές αποφάσεις και το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Το διακύβευμα: κράτος δικαίου και αποφάσεις του ΣτΕ
«Ο κ. Μαρινάκης, πριν ρωτήσει ξανά αν η αντιπολίτευση εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη, να ρωτήσει τον πρωθυπουργό γιατί παραβιάζει κάθε έννοια κράτους δικαίου και δεν εφαρμόζει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, του ανώτατου δικαστηρίου της χώρας», σχολίασε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Με τη δήλωση αυτή, το ΠΑΣΟΚ μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης στον σκληρό πυρήνα της συνταγματικής νομιμότητας και του σεβασμού των ανώτατων δικαστηρίων.
Ο κ. Τσουκαλάς υπογράμμισε ότι η Δημοκρατική Παράταξη «δεν δέχεται μαθήματα δικαιοσύνης από όσους δεν σέβονται τις δικαστικές αποφάσεις και έχουν κάνει την κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία “πλυντήριο” των κυβερνητικών τους ευθυνών». Επιχειρεί έτσι να περιγράψει μια συστηματική πρακτική χρήσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας για να απορροφώνται πολιτικές και θεσμικές ευθύνες, ιδίως σε υποθέσεις υψηλής ευαισθησίας.
Στο ίδιο πνεύμα, σημείωσε ότι «ο σεβασμός στη δικαιοσύνη δεν είναι σημαία ευκαιρίας να την υψώνουν ευκαιριακά οι προπαγανδιστές του Μαξίμου», κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επικαλείται τη Δικαιοσύνη μόνο όταν αυτό εξυπηρετεί επικοινωνιακές ανάγκες.
Υποκλοπές, «τρίτοι ιδιώτες» και πολιτική ευθύνη
Το δεύτερο σκέλος της παρέμβασης συνδέεται άμεσα με την υπόθεση των υποκλοπών και τις πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις. Ο κ. Τσουκαλάς έθεσε το ερώτημα αν «μια “φιλελεύθερη” κυβέρνηση και ένας “μεταρρυθμιστής”, “θεσμικός” πρωθυπουργός» έχουν «μια λέξη να πουν για το γεγονός ότι κάποιοι τρίτοι ιδιώτες – όπως αρέσκεται να υπογραμμίζει ο κ. Μαρινάκης – παρακολουθούσαν το μισό υπουργικό του συμβούλιο και την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, όπως αναφέρει η απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου και αποδείχτηκε στην ακροαματική διαδικασία».
Με αυτό τον τρόπο, ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ επαναφέρει στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα της πολιτικής λογοδοσίας για τις αποκαλύψεις περί παρακολουθήσεων υπουργών και στρατιωτικής ηγεσίας, πέραν της αμιγώς ποινικής διάστασης. Το αφήγημα της κυβέρνησης περί «τρίτων ιδιωτών» που φέρονται να ευθύνονται για παράνομες παρακολουθήσεις αμφισβητείται ευθέως, με το ΠΑΣΟΚ να ζητά καθαρή τοποθέτηση από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.
Η παρέμβαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Χαριλάου Τρικούπη να τοποθετήσει τον εαυτό της ως δύναμη θεσμικής σοβαρότητας και υπεράσπισης του κράτους δικαίου, διαφοροποιούμενη τόσο από την κυβερνητική πλειοψηφία όσο και από πιο συγκρουσιακές εκφράσεις της αντιπολίτευσης. Ταυτόχρονα, μεταφέρει την πίεση στο Μέγαρο Μαξίμου τη στιγμή που οι δικαστικές αποφάσεις για τις υποκλοπές πολλαπλασιάζουν τα ερωτήματα για την προηγούμενη και νυν λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας.
Σε πολιτικό επίπεδο, η αντιπαράθεση γύρω από το ερώτημα «ποιος εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη» λειτουργεί ως πυκνωτής ευρύτερης δυσπιστίας για την ποιότητα των θεσμών: από την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων μέχρι τη χρήση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τη διαχείριση των ανεξάρτητων αρχών.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση κυβέρνησης – ΠΑΣΟΚ για το κράτος δικαίου δεν είναι μόνο λεκτική· αφορά τον πυρήνα της θεσμικής αξιοπιστίας της χώρας, σε μια συγκυρία όπου οι επενδυτές και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν στενά ζητήματα διαφάνειας, δικαστικής ανεξαρτησίας και σεβασμού αποφάσεων. Όσο η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει πολιτικά «ανοικτή» και εκκρεμεί η πλήρης θεσμική αποτίμηση, κάθε δήλωση περί εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη θα συνεχίσει να λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης, αλλά και ως τεστ αξιοπιστίας για όλο το πολιτικό σύστημα.






