Στο τραπέζι του ΥΠΕΘΟ μπαίνει ο εξορθολογισμός των προστίμων για εκπρόθεσμες δηλώσεις χωρίς φόρο. Επιχειρήσεις και επαγγελματίες καταγγέλλουν δυσανάλογες κυρώσεις έως 500 ευρώ.
Σε τροχιά αναθεώρησης τίθεται το καθεστώς προστίμων για εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις από τις οποίες δεν προκύπτει φόρος, μετά την παρέμβαση της Διαρκούς Επιτροπής για την αρωγή της φορολογικής πολιτικής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι κυρώσεις έως 500 ευρώ ανά παράβαση, ακόμη και όταν οι δηλώσεις ΦΠΑ είναι μηδενικές ή πιστωτικές.
Δυσανάλογες κυρώσεις και αναδρομικότητα στο στόχαστρο
Η Επιτροπή, που λειτουργεί ως θεσμοθετημένος δίαυλος μεταξύ ΥΠΕΘΟ, ΑΑΔΕ και κοινωνικών φορέων, εισηγείται ουσιαστικό «κούρεμα» και εξορθολογισμό των προστίμων. Σήμερα, το πλαίσιο προβλέπει για εκπρόθεσμες δηλώσεις ΦΠΑ πρόστιμα 250 ευρώ για όσους τηρούν απλογραφικά βιβλία και 500 ευρώ για διπλογραφικά, ακόμη και όταν η δήλωση είναι μηδενική ή εμφανίζει ποσό προς επιστροφή.
Ενδεικτικά, επαγγελματίας με απλογραφικό σύστημα που καταθέτει με καθυστέρηση αρχική μηδενική δήλωση ΦΠΑ, επιβαρύνεται με 250 ευρώ. Αντίστοιχα, επιχείρηση με διπλογραφικά βιβλία που υποβάλλει εκπρόθεσμα αρχική πιστωτική δήλωση, αντιμετωπίζει πρόστιμο 500 ευρώ, παρότι δεν οφείλει φόρο αλλά δικαιούται επιστροφή. Το νέο καθεστώς συγκρίνεται με το προηγούμενο πλαίσιο των νόμων 4174/2013 και 4987/2022, όπου τα πρόστιμα ήταν 100 ευρώ ή ακόμη και μηδενικά σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Η αναδρομική εφαρμογή των αυξημένων προστίμων έχει πυροδοτήσει κύμα αντιδράσεων από επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, οδηγώντας σε δεκάδες προσφυγές στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Πέρα από το άμεσο οικονομικό βάρος, πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στη λήψη φορολογικής ενημερότητας, με δευτερογενείς επιπτώσεις στη χρηματοδότησή τους και στη συμμετοχή σε διαγωνισμούς.
Προτάσεις για αναλογικότητα και κίνητρα συμμόρφωσης
Κεντρικό επιχείρημα της Επιτροπής είναι ότι όταν από μια δήλωση δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση, η επιβολή υψηλών προστίμων λόγω καθυστέρησης δεν ενισχύει τη φορολογική συμμόρφωση ούτε υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα, υπονομεύει την αρχή της αναλογικότητας και τη νομική ασφάλεια, καθώς οι φορολογούμενοι αδυνατούν να προβλέψουν το πραγματικό ύψος των επιβαρύνσεων.
Στο υπόμνημα που κατατέθηκε προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και τον διοικητή της ΑΑΔΕ, προτείνονται τρεις βασικές διορθωτικές παρεμβάσεις: Πρώτον, πλήρης εξαίρεση από τα αυξημένα πρόστιμα των περιπτώσεων όπου η δήλωση είναι μηδενική ή πιστωτική και δεν προκύπτει καταβολή φόρου. Δεύτερον, θέσπιση ανώτατου συνολικού πλαφόν προστίμων για πολλαπλές εκπρόθεσμες μηδενικές δηλώσεις, ώστε να αποφεύγονται υπέρογκα ποσά. Τρίτον, κανόνας μη επιβολής προστίμου όταν το επιπλέον ποσό φόρου προς καταβολή ή το συνολικό οφειλόμενο ποσό δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ.
Η συζήτηση για τα πρόστιμα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ψηφιοποίησης των διαδικασιών και εντατικοποίησης των ελέγχων, με χρήση αλγορίθμων επιλογής φορολογουμένων. Ο τρόπος όμως που σχεδιάζονται τα αντικίνητρα για την ασυνέπεια θα κρίνει αν το σύστημα θα λειτουργεί ως εργαλείο συμμόρφωσης ή ως πηγή νέων αδικιών.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση γύρω από τα πρόστιμα των εκπρόθεσμων δηλώσεων αναδεικνύει το μόνιμο ελληνικό δίλημμα: έσοδα με κάθε κόστος ή σταθερούς κανόνες που χτίζουν εμπιστοσύνη. Η επιβολή ίδιων προστίμων σε δηλώσεις με μηδενικό φόρο και σε πραγματικές φοροδιαφυγές θολώνει τα όρια μεταξύ τυπικής παράλειψης και ουσιαστικής παραβίασης. Αν το ΥΠΕΘΟ δεν αποκαταστήσει γρήγορα την αναλογικότητα, το μήνυμα προς την αγορά θα είναι ότι το κράτος τιμωρεί περισσότερο το λάθος timing παρά την πραγματική φορολογική παραβατικότητα.






