Περισσότερες από 150 χώρες, ανάμεσά τους Κίνα, Ινδία και τα κράτη‑μέλη της ΕΕ, υιοθέτησαν έκθεση του IPBES που προειδοποιεί ότι το κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης υπονομεύει τη φύση και τη μελλοντική ευημερία. Η έκθεση στοχοποιεί την εμμονή με το ΑΕΠ, τα λανθασμένα κίνητρα της αγοράς και την απορρύθμιση ως κεντρικούς παράγοντες της κρίσης βιοποικιλότητας.
Μια σπάνιας κλίμακας διεθνής προειδοποίηση έρχεται από το Διακυβερνητικό Επιστημονικοπολιτικό Όργανο για τη Βιοποικιλότητα και τις Υπηρεσίες Οικοσυστημάτων (IPBES), το οποίο, μετά από τριετή εργασία, ενέκρινε έκθεση με τη σύμφωνη γνώμη άνω των 150 κυβερνήσεων. Η βασική της διαπίστωση είναι αιχμηρή: η «μη βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα» και η εμμονή με την ανάπτυξη όπως μετριέται από το ΑΕΠ αποτελούν βασικό μοχλό της κατάρρευσης της βιοποικιλότητας και εμπόδιο σε κάθε ουσιαστική μεταρρύθμιση.
Το τίμημα της ανάπτυξης για τη φύση
Σύμφωνα με τα στοιχεία του IPBES, περίπου το ένα όγδοο από τα εκτιμώμενα 8 εκατομμύρια είδη φυτών και ζώων στον πλανήτη απειλούνται με εξαφάνιση. Ήδη το 75% της χερσαίας επιφάνειας της Γης έχει «σημαντικά αλλοιωθεί» από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι αγορές αποτυγχάνουν να τιμολογήσουν επαρκώς τις λεγόμενες υπηρεσίες οικοσυστήματος – από τη ρύθμιση του κλίματος και τη διήθηση ρύπων μέχρι την επικονίαση που στηρίζει την παγκόσμια αγροτική παραγωγή.
Η συνέπεια, όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες, είναι ότι η σημερινή πορεία υπονομεύει την ίδια τη μελλοντική ευημερία. Ο συμπρόεδρος της αξιολόγησης, Ματ Τζόουνς, επισημαίνει ότι οι επιχειρήσεις και άλλοι βασικοί παράγοντες «μπορούν είτε να ηγηθούν της μετάβασης σε μια πιο βιώσιμη παγκόσμια οικονομία είτε να διακινδυνεύσουν την εξαφάνιση – όχι μόνο των ειδών στη φύση αλλά δυνητικά και τη δική τους».
Στρεβλά κίνητρα, απορρύθμιση και ρόλος πολιτικής
Η έκθεση ασκεί σκληρή κριτική σε «ανεπαρκή ή διαστρεβλωμένα» επιχειρηματικά κίνητρα, σε θεσμικά περιβάλλοντα με ελλιπή στήριξη, επιβολή και συμμόρφωση, καθώς και σε επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται σε «διαρκώς αυξανόμενη υλική κατανάλωση». Αυτοί οι παράγοντες αναγνωρίζονται ως κεντρικοί οδηγοί της παγκόσμιας υποβάθμισης της φύσης.
Παρότι το IPBES αναδεικνύει συγκεκριμένα βήματα που μπορούν να κάνουν οι επιχειρήσεις, ξεκαθαρίζει ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι σε θέση να ανακόψει μόνος του την απώλεια βιοποικιλότητας. Απαιτούνται ισχυρά πολιτικά, νομικά και ρυθμιστικά πλαίσια, καθώς και επενδύσεις σε ικανότητες και γνώση. Το μήνυμα έρχεται σε συγκρουσιακή στιγμή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ακολουθεί πλέον ατζέντα «απορρύθμισης» με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, χαλαρώνοντας περιβαλλοντικά πρότυπα.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία των ΗΠΑ από τους υπογράφοντες, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να αποχωρήσει από το IPBES και άλλους διεθνείς οργανισμούς που θεωρεί «σπάταλους, αναποτελεσματικούς και επιζήμιους». Ο πρόεδρος του IPBES, Ντέιβιντ Ομπούρα, προειδοποιεί ότι «πολύ φωνακτικές δεξιές κοινότητες απομακρύνονται από τις κοινές λύσεις που χρειαζόμαστε», ενώ η επιστήμη δείχνει πως αυτό «είναι ο λάθος δρόμος».
Η σύγκρουση επιστήμης και πολιτικής βούλησης
Ο Ομπούρα περιγράφει την περίοδο ως «απίστευτα ανησυχητική και σε κάποιο βαθμό απογοητευτική», τονίζοντας ότι ο μόνος ρεαλιστικός ρόλος του IPBES είναι να προωθεί συστηματικά τα επιστημονικά δεδομένα προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, με την ελπίδα ότι θα τα αξιοποιήσουν. Η έκθεση, με τη σφραγίδα τόσων κυβερνήσεων, μετατρέπει τη συζήτηση για τη βιοποικιλότητα από τεχνικό περιβαλλοντικό ζήτημα σε κεντρικό ερώτημα οικονομικής στρατηγικής: μπορεί η παγκόσμια οικονομία να συνεχίσει να μετρά την επιτυχία αποκλειστικά με το ΑΕΠ, όταν το οικολογικό υπόβαθρο της ανάπτυξης διαβρώνεται με τόσο ταχείς ρυθμούς;
Σχόλιο
: Η έκθεση του IPBES δεν είναι απλώς ακόμη μία οικολογική καμπάνα· είναι ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται δημοσιονομική, βιομηχανική και επενδυτική πολιτική διεθνώς. Για την Ευρώπη, που ταυτόχρονα υπόσχεται «λιγότερη γραφειοκρατία» και πράσινη μετάβαση, το μήνυμα είναι ότι η χαλάρωση κανόνων μπορεί βραχυπρόθεσμα να βελτιώνει δείκτες ανταγωνιστικότητας, αλλά μακροπρόθεσμα διακινδυνεύει το ίδιο το παραγωγικό της υπόβαθρο. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που στηρίζονται στον τουρισμό, στη γεωργία και στα οικοσυστήματα, η ενσωμάτωση της αξίας της φύσης στους οικονομικούς δείκτες δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης.






