Η Eurobank αναδεικνύει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα ως κεντρικό στόχο οικονομικής πολιτικής, προειδοποιώντας για κινδύνους από τον επίμονα υψηλότερο πληθωρισμό έναντι της Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, τα «μαλακά» δεδομένα δίνουν μικτή εικόνα, με μεταποίηση σε τροχιά ανάπτυξης αλλά καταναλωτική εμπιστοσύνη υπό πίεση.
Το τελευταίο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, την ώρα που ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο 2026 στο 2,9% στην Ελλάδα, έναντι 1,7% στην Ευρωζώνη, διευρύνοντας τη θετική διαφορά τιμών εις βάρος της χώρας.
Πληθωρισμός, ισοτιμία και τιμολογιακή ανταγωνιστικότητα
Η Eurobank επισημαίνει ότι στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2025 η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης, με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, αυξήθηκε κατά 0,8% σε ετήσια βάση. Η κίνηση αυτή μεταφράζεται σε οριακή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας σε όρους τιμών. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα προ κρίσης χρέους επίπεδα, ο σχετικός δείκτης παραμένει σημαντικά βελτιωμένος, όπως και οι δείκτες μοναδιαίου κόστους εργασίας, υποδηλώνοντας ότι η σωρευτική προσαρμογή της προηγούμενης δεκαετίας δεν έχει ανατραπεί.
Στο επίπεδο της σύνθεσης του πληθωρισμού, τη μεγαλύτερη συμβολή στην ετήσια μεταβολή του γενικού δείκτη τον Ιανουάριο είχαν τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά (0,9 ποσοστιαίες μονάδες), ακολουθούμενα από τις υπηρεσίες ξενοδοχείων, καφέ και εστίασης (0,7 π.μ.) και τη στέγαση, το νερό, την ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και τα λοιπά καύσιμα (0,4 π.μ.). Αντίθετα, ομάδες όπως η υγεία, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τα διαρκή αγαθά είχαν μηδενική ή αρνητική συμβολή, ενώ η ενημέρωση και επικοινωνία μείωσε οριακά τον πληθωρισμό (-0,1 π.μ.).
Κατά τους αναλυτές, η περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προϋποθέτει ενίσχυση του ανταγωνισμού στις επιμέρους αγορές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και προσεκτικό συγχρονισμό μισθών και παραγωγικότητας. Η αύξηση των πραγματικών μισθών, τονίζουν, πρέπει να συμβαδίζει με αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας, ώστε να αποφευχθούν δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις και νέα απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μικτή εικόνα στα «soft data»
Σε αυτό το πλαίσιο, η Eurobank υπογραμμίζει ότι ένας από τους κεντρικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας: μείωση γραφειοκρατίας, σταθερό και φιλικό φορολογικό σύστημα, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, ενίσχυση θεσμών και καινοτομίας. Αυτές οι παρεμβάσεις κρίνονται απαραίτητες για να στηριχθεί η αύξηση επενδύσεων και παραγωγικότητας, άρα και η διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα, η εικόνα από τα λεγόμενα «μαλακά» δεδομένα της οικονομίας είναι μικτή. Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος του ΙΟΒΕ υποχώρησε στις 105,4 μονάδες τον Ιανουάριο 2026, από 106,9 τον Δεκέμβριο 2025, παραμένοντας πάντως πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και υπεράνω του αντίστοιχου δείκτη της Ευρωζώνης. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η περαιτέρω επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, στις -50,3 μονάδες, εξέλιξη που συνδέεται με τον επίμονο πληθωρισμό και τη διάβρωση μέρους των μισθολογικών αυξήσεων.
Στον αντίποδα, ο δείκτης PMI μεταποίησης της S&P Global διαμορφώθηκε στις 54,2 μονάδες τον Ιανουάριο, από 52,9 τον Δεκέμβριο, σηματοδοτώντας βελτιωμένες λειτουργικές συνθήκες και θετική αναπτυξιακή δυναμική στη βιομηχανία. Η άνοδος αποδίδεται σε ταχύτερη αύξηση παραγωγής και νέων παραγγελιών, ενίσχυση της απασχόλησης και πιο αισιόδοξες προσδοκίες των επιχειρήσεων, παρά τα συνεχιζόμενα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις αυξήσεις κόστους που μετακυλίονται στις τιμές.
Συνολικά, η Eurobank σκιαγραφεί μια οικονομία που εξακολουθεί να κινείται σε αναπτυξιακή τροχιά, αλλά με αυξημένους κινδύνους στην πλευρά των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, καθιστώντας τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όχι απλώς επιθυμητές, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη συνέχεια.
Σχόλιο
: Το μήνυμα της Eurobank είναι σαφές: η Ελλάδα δεν κινδυνεύει άμεσα από εκτροχιασμό του κόστους, αλλά η επίμονη υπεροχή του πληθωρισμού έναντι της Ευρωζώνης διαβρώνει αθόρυβα την ανταγωνιστικότητα. Χωρίς επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών σε δικαιοσύνη, φορολογία και θεσμούς, η τρέχουσα αναπτυξιακή δυναμική της μεταποίησης δύσκολα θα μεταφραστεί σε διατηρήσιμη, εξωστρεφή ανάπτυξη.






