Η FedEx προσφεύγει στη δικαιοσύνη κατά της κυβέρνησης Τραμπ, ζητώντας επιστροφή δασμών που επιβλήθηκαν με παράνομες έκτακτες εξουσίες. Η υπόθεση ανοίγει τον δρόμο για μαζικές εταιρικές αξιώσεις στις ΗΠΑ.
Σε μία κίνηση με βαρύ πολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα, η FedEx στρέφεται κατά της κυβέρνησης των ΗΠΑ, ζητώντας την πλήρη επιστροφή δασμών που κατέβαλε βάσει του Νόμου περί Διεθνών Εκτάκτων Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA). Ο νόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη θητεία του για την επιβολή δασμών σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου.
Η προσφυγή έρχεται λίγες ημέρες μετά την ιστορική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο έκρινε ότι ο IEEPA δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση για μονομερή επιβολή δασμών από τον πρόεδρο, ακυρώνοντας de facto ένα κρίσιμο εργαλείο της εμπορικής πολιτικής Τραμπ.
Η νομική κίνηση της FedEx και το θεσμικό διακύβευμα
Η αγωγή της FedEx κατατέθηκε στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου στη Νέα Υόρκη και στρέφεται κατά της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων, που υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας. Η εταιρεία ζητά «πλήρη επιστροφή» όλων των ποσών που κατέβαλε ως δασμούς βάσει ενός νομικού πλαισίου, το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά για την επιβολή φόρων.
Οι δικαστές, ωστόσο, δεν απεφάνθησαν αν οι δασμοί πρέπει να επιστραφούν αυτομάτως στους εισαγωγείς. Άφησαν την κρίσιμη αυτή πτυχή στα κατώτερα δικαστήρια, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο δικαστικών και πολιτικών συγκρούσεων γύρω από τα όρια των προεδρικών εξουσιών στην οικονομική πολιτική.
Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζουν την κίνηση της FedEx ως την πρώτη μείζονα εταιρική αγωγή μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ως παγκόσμιος παίκτης στις ταχυμεταφορές και την επιμελητεία, η εταιρεία υποστηρίζει ότι υπέστη άμεση οικονομική ζημία καταβάλλοντας δασμούς που πλέον έχουν κηρυχθεί παράνομοι ως προς τη νομική τους βάση.
Κίνδυνος δημοσιονομικού σοκ και επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο
Αναλυτές προβλέπουν κύμα προσφυγών από επιχειρήσεις που επηρεάστηκαν από τους δασμούς της εποχής Τραμπ. Εκτιμήσεις του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια κάνουν λόγο για πιθανές επιστροφές έως και 175 δισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 2,5% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Ένα τέτοιο σενάριο θα συνιστούσε σοβαρό δημοσιονομικό πλήγμα για την Ουάσινγκτον, τη στιγμή που οι ΗΠΑ ήδη αντιμετωπίζουν υψηλά ελλείμματα.
Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει το πόσο ασταθές μπορεί να γίνει το πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου όταν η εμπορική πολιτική εργαλειοποιείται μέσω έκτακτων εξουσιών. Οι επιχειρήσεις –από βιομηχανία έως logistics– βρίσκονται αντιμέτωπες με ρυθμιστική αβεβαιότητα, η οποία επηρεάζει επενδυτικές αποφάσεις, τιμολογιακή πολιτική και σχεδιασμό εφοδιαστικών αλυσίδων.
Για την Ελλάδα και την Ευρώπη, η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση του κόστους των εμπορικών πολέμων και της σημασίας σταθερών, προβλέψιμων κανόνων στο διεθνές εμπόριο, ειδικά για εξαγωγικές οικονομίες που εξαρτώνται από την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά.
Σχόλιο
: Η αγωγή της FedEx είναι το πρώτο μεγάλο crash test για τα όρια των προεδρικών οικονομικών εξουσιών στις ΗΠΑ και ταυτόχρονα προπομπός ενός δικαστικού «τσουνάμι» με δυνητικό κόστος εκατοντάδων δισ. δολαρίων. Αν οι εταιρείες δικαιωθούν, η Ουάσινγκτον θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα άτυπο «δημοσιονομικό μπούμερανγκ» της εμπορικής πολιτικής Τραμπ, ενώ οι πολυεθνικές θα ενισχυθούν στη διεκδίκηση αποζημιώσεων έναντι πολιτικών αποφάσεων που διαταράσσουν το εμπόριο. Το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τη FedEx: αφορά την ίδια την αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποίησης και το ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό των εμπορικών πολέμων.






