Η σύλληψη του Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ και του Πίτερ Μάντελσον στο Ηνωμένο Βασίλειο αναζωπυρώνει τα ερωτήματα για την αδράνεια των αμερικανικών αρχών. Παρά τον όγκο καταγγελιών και στοιχείων, στις ΗΠΑ κανένα νέο υψηλόβαθμο πρόσωπο δεν έχει βρεθεί αντιμέτωπο με τη Δικαιοσύνη.
Η πρόσφατη σύλληψη του πρίγκιπα Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ και του πρώην υπουργού Πίτερ Μάντελσον στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης Τζέφρι Έπσταϊν, επαναφέρει στο προσκήνιο την κραυγαλέα αντίθεση ανάμεσα στη βρετανική και την αμερικανική θεσμική αντίδραση. Την ώρα που οι βρετανικές αρχές προσφέρουν έστω και συμβολικά «perp walk» στιγμιότυπα, στις Ηνωμένες Πολιτείες επικρατεί απόλυτη σιωπή γύρω από ενδεχόμενες διώξεις σε πρόσωπα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ.
Βρετανικές συλλήψεις, θεσμική κόπωση και συμβολική δικαιοσύνη
Οι κατηγορίες που ερευνώνται στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετίζονται με «κακή διαχείριση δημόσιου αξιώματος», ένα παλαιό και δύσκολα αποδείξιμο αδίκημα. Ακόμη και στο εσωτερικό της χώρας, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πιθανότητα να οδηγηθούν οι υποθέσεις σε ουσιαστική καταδίκη είναι περιορισμένη. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας και ένας κορυφαίος παράγοντας του πολιτικού κατεστημένου περνούν την πόρτα του αστυνομικού τμήματος, εκπέμπει το μήνυμα ότι η βρετανική ελίτ δεν είναι θεωρητικά υπεράνω διερεύνησης.
Η υπόθεση φωτίζει ταυτόχρονα την αποδυνάμωση θεσμών όπως η μοναρχία και το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε μια περίοδο που η κοινωνική νομιμοποίηση αυτών των θεσμών δοκιμάζεται, η αστυνομική κινητικότητα γύρω από πρόσωπα όπως ο Άντριου και ο Μάντελσον λειτουργεί περισσότερο ως βαλβίδα εκτόνωσης της κοινής γνώμης παρά ως εγγύηση βαθιάς κάθαρσης.
Αμερικανική αδράνεια και ασυλία της οικονομικής ελίτ
Στις ΗΠΑ, η εικόνα είναι διαφορετική. Πέρα από τον ίδιο τον Τζέφρι Έπσταϊν και τη Γκισλέν Μάξγουελ, κανένα άλλο υψηλόβαθμο πρόσωπο δεν έχει βρεθεί στο στόχαστρο ουσιαστικών διώξεων, παρά το γεγονός ότι ακόμη και κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν αναγνωρίσει δημόσια ότι ο Έπσταϊν λειτουργούσε ως «μεγαλύτερος εκβιαστής» της εποχής του. Αν μια τέτοια εκβιαστική επιχείρηση λειτούργησε επί δεκαετίες, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι εμπλέκονταν πολλοί ισχυροί παράγοντες από τον χώρο της τεχνολογίας, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και της πολιτικής.
Παρά τον όγκο καταγγελιών, η αμερικανική Δικαιοσύνη δεν έχει κατονομάσει ούτε έναν νέο «ενεργό ύποπτο». Αντίθετα, τα πρόσφατα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα οδήγησαν σε αποκάλυψη στοιχείων σχεδόν 100 θυμάτων – από ονόματα και διευθύνσεις έως οικονομικά δεδομένα – γεγονός που οι αρχές απέδωσαν σε «τεχνικό ή ανθρώπινο λάθος». Την ίδια στιγμή, όσοι φέρονται ως πιθανοί θύτες παραμένουν προστατευμένοι, ενισχύοντας την αίσθηση ότι το σύστημα λειτουργεί πρωτίστως για να διαφυλάξει την ελίτ και όχι για να αποδώσει δικαιοσύνη.
Θύματα εκτεθειμένα, θύτες στο απυρόβλητο
Η ασυμμετρία ανάμεσα στην έκθεση των θυμάτων και την ατιμωρησία των ισχυρών αποτελεί το πιο σκοτεινό αποτύπωμα της υπόθεσης. Παρά τις δεκάδες μαρτυρίες γυναικών και ανήλικων κοριτσιών, οι οποίες περιγράφουν ένα εκτεταμένο δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης, το αφήγημα που φαίνεται να εμπεδώνεται θεσμικά είναι ότι το «επιχειρηματικό σχήμα» Έπσταϊν ήταν στην ουσία μια υπόθεση δύο προσώπων: ενός νεκρού άνδρα και μιας ήδη καταδικασμένης γυναίκας.
Η προοπτική νέων καταδικών, είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε στις ΗΠΑ, μοιάζει ολοένα και πιο απομακρυσμένη. Τα μεγάλα ονόματα που η κοινή γνώμη θα ήθελε να δει έστω να καταθέτουν, πιθανότατα δεν θα βρεθούν ποτέ αντιμέτωπα με σοβαρή ανάκριση. Για τους επιζήσαντες, αυτό σημαίνει ότι η δικαίωση θα παραμείνει κυρίως ηθική και συμβολική, ενώ για τις δυτικές δημοκρατίες η υπόθεση λειτουργεί ως σκληρό τεστ αξιοπιστίας των θεσμών τους απέναντι στην πραγματική ισότητα ενώπιον του νόμου.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Έπσταϊν αποκαλύπτει όχι μόνο ένα δίκτυο κακοποίησης, αλλά κυρίως τον μηχανισμό προστασίας των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Οι συμβολικές συλλήψεις στο Λονδίνο και η σιωπή στην Ουάσιγκτον δείχνουν ότι η πραγματική γραμμή άμυνας του συστήματος δεν είναι η Δικαιοσύνη, αλλά η επιλεκτική της εφαρμογή. Όσο οι θεσμοί επιτρέπουν στις ισχυρές προσωπικότητες να παραμένουν στο απυρόβλητο, η εμπιστοσύνη των πολιτών θα διαβρώνεται – και μαζί της η ίδια η νομιμοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.






