Η προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή (PMDD) παραμένει υποδιαγνωσμένη, παρότι μπορεί να διαλύσει κυριολεκτικά την καθημερινότητα μιας γυναίκας για 10 ημέρες κάθε μήνα. Νέες φωνές ειδικών τονίζουν ότι δεν φταίνε οι ορμόνες αυτές καθαυτές, αλλά ο τρόπος που ο εγκέφαλος αντιδρά στις μεταβολές τους.
Μια 32χρονη γυναίκα περιγράφει ότι για περίπου δέκα ημέρες κάθε μήνα γίνεται «άλλη»: ευερέθιστη, με έντονη ανυπομονησία, εξουθενωτική θολούρα σκέψης, βαριά κατάθλιψη, ανεξέλεγκτο κλάμα και αυτοκτονικό ιδεασμό. Εκτός αυτής της φάσης, δηλώνει ότι αγαπά τη ζωή της – δουλειά, σύντροφο, φίλους – μόνο που όλα καταρρέουν κυκλικά, στην ωχρινική φάση του κύκλου, μετά την ωορρηξία.
Η διάγνωση που έλαβε πρόσφατα είναι προεμμηνορροϊκή δυσφορική διαταραχή (Premenstrual Dysphoric Disorder – PMDD), μια πάθηση που, όπως καταγγέλλει, παραμένει χρόνια υπο-αναγνωρισμένη και υπο-ερευνημένη. Το αίσθημα ενοχής απέναντι στον σύντροφό της και η δυσκολία να μιλήσει σε άλλους ενισχύουν την απομόνωση και την αμφισβήτηση ακόμη και της ίδιας της εμπειρίας της.
Τι είναι πραγματικά η PMDD
Η ψυχίατρος Σόφι Μπέρμαν, που έχει ιδρύσει κλινική εμμηνόπαυσης και υγείας εμμήνου ρύσεως στο NHS στην Οξφόρδη, εξηγεί ότι η PMDD εκτιμάται πως επηρεάζει περίπου το 1-3% των γυναικών σε κάποια φάση της αναπαραγωγικής τους ζωής. Πρόκειται για ψυχική διαταραχή με σοβαρά ψυχολογικά –και συχνά και σωματικά– συμπτώματα, τα οποία εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ωχρινική φάση του κύκλου.
Καθοριστική διευκρίνιση: «Δεν πρόκειται για ανώμαλη ισορροπία ορμονών στο σώμα, αλλά για τον τρόπο που ο εγκέφαλος αντιδρά σε αυτές», και ειδικά στην πτώση της προγεστερόνης πριν την περίοδο. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές γυναίκες νιώθουν, όπως λέει η 32χρονη, ότι με την έλευση της περιόδου είναι σαν να έχουν κάνει «μεταμόσχευση εγκεφάλου» και να μετατρέπονται σε «εντελώς άλλο άνθρωπο».
Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο: λίγες εβδομάδες «κανονικότητας» και στη συνέχεια μια περίοδος όπου η γυναίκα θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά, να χωρίσει, να απομονωθεί από τους φίλους της. Η κυκλικότητα κάνει τον σχεδιασμό ζωής εξαιρετικά δύσκολο και γεννά το βασανιστικό ερώτημα: «Πώς θα ζήσω έτσι τα επόμενα 20 χρόνια;».
Θεραπευτικές επιλογές και η σημασία της υποστήριξης
Η Μπέρμαν αναγνωρίζει ότι η πάσχουσα ήδη κάνει πολλά «σωστά»: υγιεινή διατροφή με έμφαση σε πλήρη, μη επεξεργασμένα τρόφιμα, άσκηση, περιορισμό αλκοόλ, συμπληρώματα και τακτική ψυχοθεραπεία. Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα ότι όλα αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της έντασης των συμπτωμάτων, έστω κι αν είναι δύσκολο να διατηρηθούν ακριβώς τις ημέρες που η διαταραχή κορυφώνεται.
Η ειδικός υπογραμμίζει ότι, εφόσον η συμπτωματολογία παραμένει βαριά, είναι κρίσιμο να υπάρξει εκ νέου επαφή με τον γιατρό που έθεσε τη διάγνωση, ώστε να εξεταστούν επιπλέον θεραπευτικές επιλογές, φαρμακευτικές ή ψυχοθεραπευτικές, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην ομότιμη υποστήριξη – ομάδες και οργανισμοί, όπως ο διεθνής φορέας iapmd.org, προσφέρουν ενημέρωση και κοινότητα σε όσες ζουν με PMDD.
Το γεγονός ότι υπάρχει επίσημη διάγνωση θεωρείται ήδη ένα σημαντικό βήμα, καθώς πολλές γυναίκες αναγκάζονται να «εκπαιδεύσουν» πρώτα τον γιατρό τους για να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Η αρθρογράφος ενθαρρύνει την 32χρονη να μοιραστεί –πέρα από τον σύντροφό της– την κατάσταση με λίγους έμπιστους ανθρώπους. Η εκπαίδευση του περιβάλλοντος είναι κουραστική, αλλά συχνά απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει στήριξη.
Παράλληλα, το κείμενο παραθέτει διεθνείς γραμμές ψυχοκοινωνικής βοήθειας για όσους βιώνουν αυτοκτονικό ιδεασμό, υπογραμμίζοντας ότι η PMDD δεν είναι «αδυναμία χαρακτήρα», αλλά μια σοβαρή, αναγνωρισμένη διαταραχή που απαιτεί ιατρική και κοινωνική αντιμετώπιση.
Σχόλιο
: Η PMDD φωτίζει ένα ευρύτερο κενό στην πολιτική δημόσιας υγείας: η γυναικεία υγεία και ειδικά η ψυχική διάσταση του κύκλου παραμένουν στο περιθώριο της έρευνας, της πρωτοβάθμιας φροντίδας και της εργασιακής πολιτικής. Για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, η αναγνώριση της PMDD και η ενσωμάτωσή της σε πρωτόκολλα διάγνωσης, άδειες υγείας και ασφαλιστική κάλυψη δεν είναι ζήτημα «ευαισθησίας», αλλά ζήτημα παραγωγικότητας, ισότητας και θεμελιωδών δικαιωμάτων.






