Η δεύτερη Επιτροπή φον ντερ Λάιεν αυτοπαρουσιάζεται ως ο «πρακτικός» διάδοχος της Πράσινης Συμφωνίας. Στην πράξη, όμως, το σήμα που εκπέμπεται είναι διαφορετικό: λιγότερη αξιακή φόρτιση, περισσότερη διαχείριση κόστους και πολιτικών αντιδράσεων, και μια εμφανής τάση να “μαζεύονται” πολιτικές που μόλις είχαν κλειδώσει. Το περιβάλλον ήταν το πρώτο πεδίο. Το εμπόριο ακολουθεί.
Ανώτεροι αξιωματούχοι της Επιτροπής δείχνουν ότι η εμπορική στρατηγική «σφίγγει» και γίνεται πιο στοχευμένη. Οι παγκόσμιες εντάσεις, η επιτάχυνση του ανταγωνισμού και η εσωτερική πολιτική φθορά μέσα στην ΕΕ δεν σηκώνουν πλέον μεγάλες συμφωνίες με βαριά αρχιτεκτονική και μακροχρόνιες επικυρώσεις. Το νέο αφήγημα είναι απλό: λιγότερα μεγαλεπήβολα πακέτα, περισσότερες μικρές συμφωνίες με συγκεκριμένο αντικείμενο και γρήγορο αποτέλεσμα.
Η αλλαγή τόνου δεν είναι λεπτομέρεια. Κόβει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ένωσης, ειδικά από ομάδες που βλέπουν το ελεύθερο εμπόριο ως απειλή. Και δίνει πολιτικό χώρο στις Βρυξέλλες να επιταχύνουν συνομιλίες με Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη, ενώ η συμφωνία με την Αυστραλία παρουσιάζεται ως ώριμη για τελική ευθεία.
Ο Μάρος Σέφτσοβιτς το είπε ωμά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: οι συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών είναι δύσκολες, αργές και πολιτικά αγχώδεις. Με τα χρόνια, η ΕΕ φόρτωσε τις συμφωνίες με δεσμεύσεις για ανθρώπινα δικαιώματα, κλίμα και τη Συμφωνία του Παρισιού, μετατρέποντάς τες σε “ουσιώδη στοιχεία” που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε αναστολή. Το αποτέλεσμα είναι ένας μηχανισμός που παράγει υψηλές προδιαγραφές, αλλά συχνά καθυστερεί ή μπλοκάρει στο “delivery”.
Έτσι εμφανίζεται η «μίνι συμφωνία»: πιο στενή, πιο ευέλικτη, πιο εύπεπτη πολιτικά. Όμως αυτές οι συμφωνίες δεν μοιάζουν πάντα με αντικατάσταση των κλασικών συμφωνιών. Συχνά λειτουργούν ως επεκτάσεις ήδη υπαρχουσών σχέσεων: πρόσθετα εργαλεία, όχι νέο συνολικό πλαίσιο.
Υπάρχει κι ένα ψυχρό, καθαρά στρατηγικό στοιχείο: ο χάρτης των εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ είναι ήδη κοντά στον κορεσμό. Η Ένωση βρίσκεται στο κέντρο ενός από τα πυκνότερα εμπορικά δίκτυα παγκοσμίως. Άρα το ερώτημα δεν είναι «με πόσες ακόμη πλήρεις συμφωνίες θα γεμίσουμε τον κόσμο», αλλά «τι κάνουμε μετά»: ψηφιακό εμπόριο, κανονιστική συνεργασία, αλυσίδες εφοδιασμού, κρίσιμες πρώτες ύλες — χωρίς να ανοίγει κάθε φορά ένας φάκελος που θέλει χρόνια και πολιτικό αίμα.
Εδώ όμως υπάρχει νομικό και θεσμικό ναρκοπέδιο. Η βασική αρχή για συμφωνίες συμβατές με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου είναι ότι πρέπει να καλύπτουν «ουσιαστικά όλο το εμπόριο». Οι επιλεκτικές συμφωνίες, που «διαλέγουν» τομείς και αφήνουν εκτός τους πολιτικά ευαίσθητους, παράγουν ερωτήματα. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, ανοίγοντας μια γκρίζα ζώνη όπου το “τι επιτρέπεται” γίνεται πολιτική απόφαση και όχι καθαρός κανόνας.
Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας παρουσιάζεται από πολλούς ως η μεγαλύτερη δοκιμή αυτής της λογικής. Παρά την κλίμακά της, φαίνεται πιο “ελαφριά” σε σχέση με άλλα πρόσφατα ευρωπαϊκά πρότυπα: εξαιρέσεις σε κρίσιμους τομείς, αποκλεισμοί ευαίσθητων αγροτικών προϊόντων, και πιο ήπιες διατάξεις για βιωσιμότητα. Κάποιοι θα την έλεγαν «μητέρα όλων των μικρών συμφωνιών», αλλά η ουσία είναι αλλού: η Ινδία είναι ειδική περίπτωση, και το αν αυτό θα γίνει μοντέλο ή εξαίρεση θα εξαρτηθεί από το πόσο “στρίβει” η ΕΕ τον πήχη της φιλοδοξίας της στο μέλλον.
Το πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι οι «μικρές συμφωνίες» δεν είναι απαραίτητα επανάσταση. Μπορεί να είναι σύμπτωμα: μιας Επιτροπής που κινείται σε κορεσμένο εμπορικό χάρτη, σε πιο σκληρή γεωπολιτική και σε φθαρμένο πολυμερές σύστημα — και προσπαθεί να φαίνεται ρεαλίστρια χωρίς να παραδέχεται ότι στην πράξη χαλαρώνει το παλιό της πρότυπο.
Σύνοψη οικονομικών ειδήσεων
Οι δασμοί του Τραμπ δεν κατάφεραν να περιορίσουν το εμπορικό πλεόνασμα ΕΕ–ΗΠΑ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό εμπόριο αγαθών αυξήθηκε, καθώς ενισχύθηκαν τόσο οι εισαγωγές όσο και οι εξαγωγές. Με άλλα λόγια, τα μέτρα πίεσης ανέβασαν την ένταση, όχι την αποτελεσματικότητα.
Η Ουρουγουάη έγινε η πρώτη χώρα που επικύρωσε τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, κλείνοντας έναν κύκλο διαπραγματεύσεων σχεδόν 25 ετών. Η κίνηση λειτουργεί ως πολιτικό σήμα, αλλά η ουσία θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
SBC Editorial
Η ΕΕ περνά σε εμπορική πολιτική “μικρών πακέτων” γιατί θέλει αποτελέσματα που να περνάνε πολιτικά. Το ρίσκο είναι ότι όταν μικραίνει το πακέτο, μικραίνει και η προστασία των ευρωπαϊκών “όρων παιχνιδιού”. Όσο ο πραγματισμός γίνεται οργανωτική αρχή, τόσο οι εταίροι θα τεστάρουν πόσο ακόμη μπορεί να λυγίσει το ευρωπαϊκό πρότυπο πριν πάψει να είναι πρότυπο.







