Η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου από τον Ντόναλντ Τραμπ με νέους παγκόσμιους δασμούς 15% απειλεί να τινάξει στον αέρα τα σχέδιά του για μεγάλες μειώσεις επιτοκίων από τη Fed. Η σύγκρουση Λευκού Οίκου – κεντρικής τράπεζας αναδεικνύεται σε κεντρικό ρίσκο για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία το 2026.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να απαντήσει σε ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο με ακόμη πιο επιθετική δασμολογική πολιτική ανατρέπει τις προσδοκίες για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ. Παρά την ακύρωση προηγούμενων «εκτάκτων» δασμών, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε νέο παγκόσμιο δασμό, αρχικά 10% και στη συνέχεια 15% στις εισαγωγές από όλες τις χώρες, επαναφέροντας de facto το μέσο επίπεδο δασμών γύρω στο 14,5%.
Πληθωριστική πίεση και δίλημμα για τη Fed
Οι δασμοί αποτελούν έμμεσο φόρο στους Αμερικανούς εισαγωγείς και καταναλωτές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι προηγούμενοι δασμοί που απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο είχαν αποφέρει περί τα 110 δισ. δολάρια στα δημόσια ταμεία. Η νέα κίνηση σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να πληρώνουν υψηλότερες τιμές για εισαγόμενα αγαθά, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό σε μια στιγμή που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) μετρά προσεκτικά κάθε ένδειξη αναζωπύρωσης τιμών.
Η Fed βρίσκεται ήδη διχασμένη. Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης δείχνουν ότι ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν πως ίσως χρειαστούν ακόμη και αυξήσεις επιτοκίων για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός, ενώ άλλοι εξακολουθούν να βλέπουν περιθώριο για μειώσεις αργότερα μέσα στο έτος. Η πρόσφατη άνοδος του βασικού δείκτη πληθωρισμού που παρακολουθεί η Fed έχει σχεδόν μηδενίσει τις πιθανότητες για μείωση επιτοκίων τον Μάρτιο, με τις αγορές να προεξοφλούν πλέον μόλις δύο μειώσεις έως τα Χριστούγεννα.
Πολιτική πίεση στον νέο πρόεδρο της Fed
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο νέος επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς, τον οποίο ο Τραμπ έχει ήδη «προειδοποιήσει» δημόσια ότι «τα επιτόκια πρέπει να μειωθούν πολύ ουσιαστικά». Ωστόσο, η δική του εμπορική πολιτική καθιστά δυσκολότερη μια τέτοια κίνηση, καθώς οι δασμοί και οι περιορισμοί στη μετανάστευση περιορίζουν την προσφορά και ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η απουσία κοινής συνέντευξης Τύπου Τραμπ – Γουόρς μετά τον διορισμό, κάτι ασυνήθιστο για τα αμερικανικά δεδομένα, ενισχύει την αβεβαιότητα για το πώς αντιλαμβάνεται ο νέος πρόεδρος της Fed το μακροοικονομικό περιβάλλον. Ο ίδιος στο παρελθόν έχει ταχθεί υπέρ λιγότερης «μαγικής γλώσσας» και προαναγγελιών από τη Fed, κάτι που μπορεί να αφήσει τις αγορές με ακόμη λιγότερη καθοδήγηση σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας.
Ρίσκα για δολάριο, αγορές και παγκόσμια οικονομία
Η επιμονή του Λευκού Οίκου στον εμπορικό πόλεμο, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, απειλεί να υπονομεύσει το δολάριο και να αυξήσει την αστάθεια στις διεθνείς αγορές. Αναλυτές όπως ο Ντάριο Πέρκινς της TS Lombard θεωρούν απίθανο το δίδυμο του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και του Γουόρς να αναπαράγει το «χρυσό» μακροοικονομικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1990, ακόμη και αν οι υποσχέσεις για άλμα παραγωγικότητας μέσω τεχνητής νοημοσύνης επαληθευτούν.
Οι δασμοί και οι περιορισμοί στην προσφορά εργασίας έχουν ήδη πλήξει το παραγωγικό δυναμικό των ΗΠΑ, ενώ η ρητορική περί «crowding in» ιδιωτικών επενδύσεων παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική. Με την ανάπτυξη να έχει επιβραδυνθεί προς το τέλος του προηγούμενου έτους και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας να παραμένει αναιμική, η Fed καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της εντολής για σταθερές τιμές και της πολιτικής πίεσης για φθηνό χρήμα.
Σχόλιο
: Ο Τραμπ εγκλωβίζει τη Fed σε ένα κλασικό μακροοικονομικό παράδοξο: ζητά επιθετική νομισματική χαλάρωση ενώ η ίδια του η εμπορική πολιτική πυροδοτεί πληθωριστικές πιέσεις. Για τις αγορές, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα, ασθενέστερο δολάριο και αυξημένο κίνδυνο πολιτικής πλάνης. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, μια λιγότερο προβλέψιμη Fed σημαίνει ασταθέστερο διεθνές περιβάλλον χρηματοδότησης και συναλλαγματικών ισοτιμιών, με άμεσες συνέπειες στο κόστος δανεισμού και στις επενδυτικές ροές.






