Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε το Σχέδιο Ναυτιλιακής Δράσης, μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αναβίωση της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας, με μερική χρηματοδότηση από ειδικά λιμενικά τέλη σε πλοία κινεζικής κατασκευής. Το σχέδιο συνδέεται στενά με το διακομματικό νομοσχέδιο SHIPS Act και απολαμβάνει σπάνια υποστήριξη και από τα δύο κόμματα στο Κογκρέσο.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δρομολογεί μια από τις πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις βιομηχανικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών στις ΗΠΑ, στοχεύοντας στην ανασυγκρότηση της ναυπηγικής και της ευρύτερης ναυτιλιακής βιομηχανίας. Το νέο Σχέδιο Ναυτιλιακής Δράσης, άνω των 30 σελίδων, επιχειρεί να αναστρέψει την πολυετή αποδυνάμωση του κλάδου, ο οποίος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά έχει χάσει έδαφος έναντι της Κίνας και άλλων ασιατικών δυνάμεων.
Λιμενικά τέλη, Ταμείο Ναυτιλιακής Ασφάλειας και ζώνες ανάπτυξης
Κεντρικός πυλώνας του σχεδίου είναι η μερική χρηματοδότησή του από λιμενικά τέλη σε φορτία που φτάνουν στις ΗΠΑ με πλοία κατασκευασμένα στην Κίνα. Τα τέλη αυτά, που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο των κυρώσεων του Άρθρου 301, εκτιμάτο ότι θα αποφέρουν περίπου 3,2 δισ. δολάρια ετησίως από κινεζικής κατασκευής πλοία που καταπλέουν σε αμερικανικά λιμάνια. Ωστόσο, μετά την κινεζική ανταπάντηση με αντίστοιχα λιμενικά τέλη σε πλοία συνδεόμενα με τις ΗΠΑ και την αναστάτωση στην παγκόσμια ναυτιλία, Ουάσινγκτον και Πεκίνο συμφώνησαν στην αναστολή των επιβαρύνσεων για 12 μήνες.
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία «ζωνών ναυτιλιακής ανάπτυξης» για την προσέλκυση επενδύσεων, την εκ βάθρων αναμόρφωση της επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού, την επέκταση του στόλου εμπορικών πλοίων που κατασκευάζονται και νηολογούνται στις ΗΠΑ, καθώς και τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας. Καθοριστικό εργαλείο θεωρείται η δημιουργία ενός Ταμείου Ναυτιλιακής Ασφάλειας (Maritime Security Trust Fund), στο οποίο θα κατευθύνονται τα έσοδα από τα λιμενικά τέλη για επανεπένδυση σε ναυπηγεία, υποδομές και έργα ναυτιλιακής ασφάλειας.
Διακομματική στήριξη και πίεση προς το Κογκρέσο
Το Σχέδιο Ναυτιλιακής Δράσης ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με το νομοσχέδιο «Shipbuilding and Harbor Infrastructure for Prosperity and Security (SHIPS) for America Act», το οποίο έχει κατατεθεί στο Κογκρέσο και χαίρει σπάνιας διακομματικής υποστήριξης. Χορηγοί του είναι, μεταξύ άλλων, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τοντ Γιανγκ από την Ιντιάνα και ο Δημοκρατικός Μαρκ Κέλι από την Αριζόνα.
Ο Γιανγκ υπογράμμισε ότι υπάρχει «σημαντική σύγκλιση» μεταξύ του οράματος του Τραμπ και των προβλέψεων του SHIPS Act, καλώντας το Κογκρέσο να κινηθεί ταχύτερα: «Η σημερινή ανακοίνωση θα πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι για το Κογκρέσο ώστε να προχωρήσει γρήγορα σε αυτή τη νομοθεσία, προκειμένου να παρασχεθούν οι νομικές αρμοδιότητες και οι πόροι που απαιτούνται για να γίνει αυτό το σχέδιο πραγματικότητα. Ήρθε η ώρα να ξαναφτιάξουμε αμερικανικά πλοία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παρότι το νομοσχέδιο δεν έχει σημειώσει γρήγορη πρόοδο, η σύμπλευση Λευκού Οίκου, επενδυτών, ιδιοκτητών ναυπηγείων και νομοθετών και από τα δύο κόμματα καταδεικνύει ότι η ναυπηγική αναδεικνύεται σε στρατηγικό πεδίο οικονομικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Κίνα.
Σχόλιο
: Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να χρησιμοποιήσει στοχευμένα τα εμπορικά και φορολογικά εργαλεία για να ανασυστήσει μια κρίσιμη αλυσίδα αξίας με σαφή γεωστρατηγική σημασία. Αν το SHIPS Act προχωρήσει, θα αποτελέσει πρότυπο βιομηχανικής πολιτικής που συνδέει δασμολογικά έσοδα, ασφάλεια εφοδιαστικών αλυσίδων και αναβίωση εγχώριας παραγωγής – με άμεσες προεκτάσεις για τον διεθνή ανταγωνισμό στη ναυτιλία, όπου η Ελλάδα έχει καίριο ρόλο.






