Ρωσία και Ουκρανία επιχειρούν με διαφορετικά μέσα να επηρεάσουν την αμερικανική διαμεσολάβηση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, την ώρα που ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μακρόσυρτη «μηχανή κιμά» με τεράστιο κόστος και για τις δύο πλευρές. Η Γενεύη εξελίσσεται σε κόμβο «διπλωματίας εξπρές», όπου επιχειρηματίες, ιστορικοί και πρώην διπλωμάτες συνδιαμορφώνουν το πλαίσιο των συνομιλιών.
Η εκπομπή «The Debate» του France 24 φωτίζει μια νέα, ιδιότυπη φάση του πολέμου στην Ουκρανία: τη μάχη επιρροής γύρω από την αμερικανική διαμεσολάβηση, σε μια περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ επαναπροσδιορίζει τη στάση της Ουάσινγκτον. Στη Γενεύη, η διαδικασία θυμίζει «speed dating» διπλωματίας, με πολλαπλά τραπέζια διαπραγματεύσεων και ανορθόδοξους πρωταγωνιστές.
Άτυποι διαμεσολαβητές και σκληρή γραμμή Μόσχας
Κεντρικό ρόλο φέρεται να έχει ο αμερικανός μεγαλομεσίτης ακινήτων Στιβ Γουίτκοφ, ο οποίος εμφανίζεται ως βασικός διαπραγματευτής των ΗΠΑ με το Ιράν σε μία αίθουσα, ενώ σε άλλη μεσολαβεί ανάμεσα σε Ρωσία και Ουκρανία. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη στροφή της αμερικανικής διπλωματίας προς άτυπα κανάλια, πιο κοντά στο επιχειρηματικό και πολιτικό περιβάλλον του Τραμπ παρά στη θεσμική γραφειοκρατία της Ουάσινγκτον.
Απέναντι, η Μόσχα στέλνει ως επικεφαλής τον Βλαντίμιρ Μεντίνσκι, έναν αναθεωρητή ιστορικό που εκφράζει ανοιχτά το δόγμα της «μεγάλης Ρωσίας» του Βλαντίμιρ Πούτιν. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι το Κρεμλίνο δεν προετοιμάζει έδαφος για συμβιβασμούς, αλλά αντίθετα επιδιώκει να νομιμοποιήσει τις εδαφικές του αξιώσεις ως ιστορικά «δικαιώματα».
Στο πάνελ συμμετέχουν η Ντάρινα Πατιούκ (Eastern Circles), ο Αντον Κόσλοφ (ICSE), ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ουκρανία Τζον Χερμπστ και ο πρώην ρώσος διπλωμάτης Μπόρις Μποντάρεφ, προσφέροντας μια σπάνια σύμμειξη ουκρανικής, ρωσικής και δυτικής οπτικής για το πώς διαβάζουν οι εμπλεκόμενοι την αμερικανική διαμεσολάβηση.
Ουκρανική πίεση, Τραμπ και τεχνολογικά χαρτιά
Την ίδια ώρα, το Κίεβο βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Ο χειμώνας εξελίσσεται σε ενεργειακό εφιάλτη, με τις ρωσικές επιθέσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο να αφήνουν τη χώρα κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Παράλληλα, οι δημόσιες τοποθετήσεις του Τραμπ αυξάνουν την πολιτική πίεση στην ουκρανική ηγεσία, καθώς η Ουάσινγκτον στέλνει διφορούμενα μηνύματα ως προς τη μακροπρόθεσμη στήριξη.
Ωστόσο, η Ουκρανία έχει βρει τρόπους να καλλιεργήσει επαφές με το προ-Τραμπ τεχνολογικό και επιχειρηματικό οικοσύστημα. Ενδεικτικό είναι το ζήτημα των δορυφόρων Starlink της SpaceX του Ίλον Μασκ: η διακοπή της πρόσβασης σε συγκεκριμένες ζώνες, αλλά και οι κατά καιρούς επανασυνδέσεις, έχουν επηρεάσει άμεσα την ικανότητα της Ουκρανίας να διεξάγει αντεπιθέσεις, όπως φάνηκε την τελευταία εβδομάδα.
Καθώς πλησιάζει η τέταρτη επέτειος της ρωσικής απόπειρας κατάληψης του Κιέβου, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε μακρόχρονη αντιπαράθεση φθοράς, με τεράστιο ανθρώπινο και υλικό κόστος. Η εκτίμηση ότι είναι πολιτικά αδύνατο για τον Πούτιν να υποχωρήσει χωρίς «νίκη» συγκρούεται με το ερώτημα κατά πόσο είναι ρεαλιστικό να συνεχιστεί επ’ αόριστον μια σύγκρουση που εξαντλεί και τις δύο πλευρές.
Σχόλιο
: Η εικόνα της Γενεύης ως σκηνής «διπλωματίας των παρασκηνίων» δείχνει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο, αλλά και στην πρόσβαση στα αυτιά της Ουάσινγκτον. Για την Ευρώπη –και την Ελλάδα– το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς ενιαία στρατηγική και αυτόνομη ισχύ, η ασφάλεια της ηπείρου θα εξαρτάται από τις διαθέσεις ενός Λευκού Οίκου που λειτουργεί όλο και περισσότερο μέσω άτυπων, προσωπικών δικτύων.






