Ο Εμανουέλ Μακρόν επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να θωρακίσει την οικονομία της απέναντι στον σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό, χωρίς να διολισθήσει σε κλειστά σύνορα και εμπορικούς πολέμους. Η έννοια της «προστασίας, όχι προστατευτισμού» αναδεικνύεται σε κεντρικό άξονα της γαλλικής πρότασης για την επόμενη ημέρα της ΕΕ.
Η συζήτηση για τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα οξύνεται, καθώς η γαλλική προεδρία προβάλλει την ανάγκη μιας πιο επιθετικής βιομηχανικής πολιτικής. Ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί να οριοθετήσει μια ενδιάμεση γραμμή: ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης και των κρίσιμων κλάδων, αλλά χωρίς να εγκαταλειφθούν οι κανόνες του ανοικτού εμπορίου και του ανταγωνισμού.
«Προστασία» ως νέα βιομηχανική στρατηγική
Η έννοια της «προστασίας» που εισάγει ο Μακρόν συνδέεται με την ανάγκη η ΕΕ να διασφαλίσει την τεχνολογική, ενεργειακή και αμυντική της αυτονομία. Αυτό σημαίνει στήριξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί, οι πράσινες τεχνολογίες, η άμυνα και οι κρίσιμες πρώτες ύλες, ώστε η ήπειρος να μην εξαρτάται από αλυσίδες εφοδιασμού που ελέγχονται από ανταγωνιστικές δυνάμεις.
Παράλληλα, η γαλλική προσέγγιση στοχεύει σε χαλάρωση ή προσαρμογή των κανόνων κρατικών ενισχύσεων, για να δοθεί στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευχέρεια στήριξης στρατηγικών επενδύσεων. Ωστόσο, η πρόκληση είναι να αποφευχθεί η κατακερματισμένη «εθνική βιομηχανική πολιτική», όπου τα πλουσιότερα κράτη αποκτούν δυσανάλογο πλεονέκτημα, επιτείνοντας τις ανισορροπίες εντός της ευρωζώνης.
Ο κίνδυνος διολίσθησης σε προστατευτισμό
Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «προστασίας» και «προστατευτισμού» είναι λεπτή. Η ΕΕ ήδη χρησιμοποιεί εργαλεία όπως έρευνες για επιδοτούμενες εισαγωγές και δασμούς σε προϊόντα που θεωρεί ότι πωλούνται κάτω του κόστους. Η περαιτέρω κλιμάκωση τέτοιων μέτρων θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα από μεγάλους εμπορικούς εταίρους, υπονομεύοντας τις εξαγωγικές επιδόσεις ευρωπαϊκών ομίλων.
Για χώρες όπως η Γερμανία, με ισχυρό εξαγωγικό μοντέλο, αλλά και για μικρότερες ανοικτές οικονομίες όπως η ελληνική, η ισορροπία είναι κρίσιμη: χρειάζεται άμυνα απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές τρίτων χωρών, χωρίς να πληγεί η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για «στρατηγική αυτονομία» πρέπει να συνοδευτεί από επενδύσεις στην καινοτομία, στην ενιαία κεφαλαιαγορά και στην τραπεζική ένωση, ώστε να διοχετευθούν κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τις επιχειρήσεις
Για την Ελλάδα, μια πιο φιλόδοξη ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες, εφόσον συνδεθεί με χρηματοδοτικά εργαλεία σε επίπεδο ΕΕ και με κοινά έργα σε ενέργεια, logistics, άμυνα και ψηφιακές υποδομές. Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να τοποθετηθεί έγκαιρα στις ευρωπαϊκές συμμαχίες που διαμορφώνονται γύρω από στρατηγικούς κλάδους, αξιοποιώντας ταυτόχρονα το Ταμείο Ανάκαμψης και τα διαρθρωτικά ταμεία.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα όσες δραστηριοποιούνται σε εξαγωγικούς κλάδους, θα πρέπει να παρακολουθούν στενά τη μεταβολή των εμπορικών σχέσεων της ΕΕ με βασικούς εταίρους. Ένα πιο «αμυντικό» εμπορικό πλαίσιο μπορεί να τις προστατεύσει από αθέμιτο ανταγωνισμό, αλλά ενέχει και τον κίνδυνο αυξημένου κόστους εισαγόμενων εισροών και πιθανών αντιμέτρων.
Σχόλιο
: Η ρητορική Μακρόν αποτυπώνει την προσπάθεια της Ευρώπης να βρει «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στον αμερικανικό δημοσιονομικό ακτιβισμό και τον κινεζικό κρατικό καπιταλισμό. Το αν η ΕΕ θα πετύχει να προστατεύσει την οικονομία της χωρίς να υψώσει τείχη, θα κριθεί από το αν θα επενδύσει συντονισμένα σε κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία και όχι σε αποσπασματικές εθνικές ενισχύσεις.






