Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι η πρώτη μετά από 40 χρόνια ερευνητική γεώτρηση σε ελληνικά θαλάσσια τεμάχια θα ξεκινήσει στις αρχές του 2027. Σύνδεσε την ενεργειακή στρατηγική με τη γεωπολιτική θωράκιση της χώρας, απαντώντας στην κριτική του Νίκου Ανδρουλάκη για ακρίβεια και ενεργειακή ασφάλεια.
Σε υψηλούς τόνους και με σαφές μήνυμα για την κατεύθυνση της ενεργειακής πολιτικής τοποθετήθηκε στη Βουλή ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝ.ΑΛ., Νίκου Ανδρουλάκη. Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του ήταν η εξαγγελία ότι «για πρώτη φορά εδώ και 40 χρόνια θα υπάρχει ερευνητική γεώτρηση σε ελληνικά θαλάσσια τεμάχια», η οποία –όπως είπε– θα ξεκινήσει στις αρχές του 2027.
Υδρογονάνθρακες και γεωπολιτική θωράκιση
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε την επικείμενη γεώτρηση ως έμπρακτη υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και ως στοιχείο γεωπολιτικής και ενεργειακής θωράκισης: «Αυτή η κυβέρνηση υπερασπίζεται στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα, θωρακίζει τη χώρα γεωπολιτικά και ενεργειακά», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα «δεν αρκείται πια σε έναν ρόλο παρατηρητή, αλλά αποτελεί βασικό συντελεστή στη διαμόρφωση του ενεργειακού χάρτη του αύριο».
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, από τη χώρα «περνούν 17 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου», γεγονός που –όπως τόνισε– καθιστά την Ελλάδα πόλο ενεργειακής ασφάλειας για τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Παρέπεμψε στον «κάθετο διάδρομο» και στις διασυνδέσεις με γειτονικά συστήματα μεταφοράς ως αποτέλεσμα «συστηματικής επιλογής» της κυβέρνησης, συνδέοντας την ενεργειακή στρατηγική με τη διπλωματία.
Αντιπαράθεση για το κόστος ρεύματος και τον λιγνίτη
Απαντώντας στην κριτική του Νίκου Ανδρουλάκη ότι η κυβερνητική πολιτική τροφοδοτεί την ακρίβεια και θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια, ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «ψέμα» ότι η Ελλάδα έχει από τα ακριβότερα τιμολόγια ρεύματος στην Ευρώπη. Επικαλέστηκε στοιχεία Eurostat για το πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα οποία «τα τιμολόγια ήταν 21% φθηνότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Παράλληλα, έστρεψε τα πυρά του κατά της πρότασης για διατήρηση περισσότερων λιγνιτικών μονάδων, επισημαίνοντας ότι «το κόστος των ρύπων έχει καταστήσει παντελώς ασύμφορο τον λιγνίτη» και ότι «ο λιγνίτης είναι σήμερα το πιο ακριβό καύσιμο» για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. «Αυτό που εισηγείστε, να διατηρήσουμε ενεργά εργοστάσια λιγνίτη, σημαίνει η χώρα να πληρώνει πιο ακριβό ρεύμα από αυτό που πληρώνει σήμερα», υποστήριξε.
Στο σκέλος του ενεργειακού μίγματος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε τη στρατηγική της κυβέρνησης ως συνδυασμό υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ με χρήση φυσικού αερίου για την κάλυψη των υπολοίπων αναγκών. Υπενθύμισε ότι η ΕΕ έχει αποφασίσει απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το 2027 και ανέφερε ότι το εισαγόμενο αέριο θα είναι υγροποιημένο, «κατά προτίμηση αμερικανικής προέλευσης εφόσον οι τιμές είναι συμφέρουσες».
Δίκτυα, τιμές και θεσμικό πλαίσιο
Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «περιμένουμε από όλους τους παίκτες και από τη ΔΕΗ να δούμε χαμηλότερες τιμές τον επόμενο μήνα», υποστηρίζοντας ότι η πολιτική της κυβέρνησης οδηγεί σταδιακά σε πτώση τιμών στη χονδρική. Έκανε λόγο για «άλματα στις επενδύσεις στα δίκτυα» και δεσμεύθηκε ότι ο ΑΔΜΗΕ «δεν πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί», σημειώνοντας πως το Δημόσιο θα διατηρεί τον πλειοψηφικό έλεγχο, ακόμη και αν χρειαστεί να συμμετάσχει κεφαλαιακά για τις μεγάλες διασυνδέσεις νησιών.
Στο πεδίο του κράτους δικαίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάλεσε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να καταθέσει πρόταση για ειδική συζήτηση στη Βουλή, λέγοντας: «Να έρθουμε εδώ να τα συζητήσουμε όλα». Υπενθύμισε, τέλος, την κυβερνητική δέσμευση για κατώτατο μισθό 950 ευρώ το 2027, υπογραμμίζοντας ότι «θα τηρηθεί στο ακέραιο».
Σχόλιο
: Η ανακοίνωση ερευνητικής γεώτρησης σε ελληνικά θαλάσσια τεμάχια στις αρχές του 2027 ανεβάζει το πολιτικό διακύβευμα της ενεργειακής στρατηγικής: δημιουργεί προσδοκίες για αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τις απαιτήσεις για θεσμική προετοιμασία, περιβαλλοντικές εγγυήσεις και διαχείριση γεωπολιτικών ισορροπιών. Αν η κυβέρνηση δεν συνδέσει εγκαίρως το αφήγημα της «ενεργειακής θωράκισης» με ένα σαφές πλαίσιο διαφάνειας, συμμετοχής και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ο κίνδυνος είναι η εθνική συζήτηση να διολισθήσει σε διχασμό ανάμεσα σε απλουστευτικά «ναι σε όλα» και «όχι σε όλα».






