Το ολλανδικό εκλογικό σύστημα της καθαρής απλής αναλογικής προσφέρει ανόθευτη εκπροσώπηση, αλλά με τίμημα τον διαρκή κατακερματισμό και τις εύθραυστες κυβερνήσεις. Το παράδειγμα λειτουργεί ως προειδοποίηση για όσους στην Ελλάδα οραματίζονται «απλή και άδολη αναλογική» χωρίς δικλίδες σταθερότητας.
Η συζήτηση για την απλή αναλογική επιστρέφει περιοδικά στην ελληνική πολιτική σκηνή, συνήθως ως αίτημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Το επιχείρημα είναι σταθερό: ένα σύστημα που θα επιτρέπει την «ανόθευτη» έκφραση της λαϊκής βούλησης. Όμως η διεθνής εμπειρία, και ιδίως η ολλανδική, δείχνει ότι η καθαρή αναλογικότητα έχει βαρύ κόστος σε επίπεδο κυβερνησιμότητας.
Ολλανδικό μοντέλο: 65.000 ψήφοι για μία έδρα
Στην Ολλανδία η απλή και άδολη αναλογική εφαρμόζεται στην πιο «καθαρή» εκδοχή της: περίπου 65.000 ψήφοι αρκούν για την κατάκτηση μίας έδρας στη Βουλή. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινοβούλιο με ολοένα και περισσότερα κόμματα. Το 2012 συμμετείχαν 12 πολιτικοί σχηματισμοί, στην προηγούμενη περίοδο 15 και σήμερα 16, από τους φιλελεύθερους του D66 και τους Πράσινους μέχρι το ακροδεξιό PVV του Γκερτ Βίλντερς, το Κόμμα των Αγροτών και τους 50Plus, που διεκδικούν την ψήφο των άνω των 50 ετών.
Η πολυκομματικότητα αυτή δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε εξαιρετικά δύσκολους και χρονοβόρους σχηματισμούς κυβερνήσεων, σε βραχύβιους συνασπισμούς και σε διαρκείς ανακατατάξεις. Οι Ολλανδοί «αλλάζουν κυβερνήσεις σαν τα πουκάμισα», όπως εύστοχα σημειώνεται.
Κυβέρνηση μειοψηφίας και προδιαγεγραμμένη φθορά
Χαρακτηριστικό είναι το τρέχον παράδειγμα. Τρεις μήνες μετά τις τελευταίες εκλογές, ο Ρομπ Γιέτεν του D66 ανακοίνωσε συμφωνία για να ηγηθεί κυβέρνησης συνασπισμού με δύο χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Κάθε νομοσχέδιο θα κρίνεται κατά περίπτωση, σε ένα περιβάλλον όπου καραδοκεί ο Βίλντερς, που έχασε την πρωτιά για μόλις 30.000 ψήφους.
Η ιδεολογική απόσταση των εταίρων επιβαρύνει περαιτέρω την εικόνα. Οι Χριστιανοδημοκράτες επιμένουν σε πολιτική λιτότητας και ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, ενώ το κεντρώο-φιλελεύθερο ακροατήριο του D66 απαιτεί δαπάνες δισεκατομμυρίων για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Το σχήμα μοιάζει καταδικασμένο σε εσωτερικές τριβές και βραχύ ορίζοντα.
Η εξαίρεση Ρούτε και η «ακυβερνησία με διαλείμματα»
Ο μόνος που κατάφερε να μακροημερεύσει σε αυτό το περιβάλλον είναι ο Μαρκ Ρούτε, νυν Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ και μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της Ολλανδίας (2010-2024). Όμως ακόμη και εκείνος αναγκάστηκε διαρκώς να μεταβάλλει κυβερνητικούς εταίρους: συγκυβέρνησε με Πράσινους, με συντηρητικούς, ακόμη και με τη θρησκόληπτη Χριστιανική Ένωση, προσαρμοζόμενος κάθε φορά στους εκλογικούς συσχετισμούς.
Προκάτοχός του σημερινού πρωθυπουργού ήταν ο υπηρεσιακός Ντικ Σχόοφ, επικεφαλής τετρακομματικού δεξιόστροφου συνασπισμού όπου συμμετείχε και το κόμμα του Βίλντερς. Ο ίδιος ο Βίλντερς αποτελεί πολιτικό κληρονόμο του Πιμ Φορτούιν, του εκκεντρικού ακροδεξιού εκατομμυριούχου που δολοφονήθηκε από ακτιβιστή για τα δικαιώματα των ζώων – ένα ακόμη δείγμα της έντασης που μπορεί να γεννήσει ο κατακερματισμός.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: στην Ολλανδία η λαϊκή βούληση εκφράζεται πράγματι ανόθευτα, αλλά η χώρα βιώνει συχνά περιόδους de facto ακυβερνησίας ή εξαιρετικά εύθραυστης διακυβέρνησης. Αυτό το μήνυμα είναι ιδιαιτέρως δυσάρεστο για όσους στην Ελλάδα προωθούν σενάρια «απλής και άδολης αναλογικής» αγνοώντας τις απαιτήσεις της πολιτικής σταθερότητας και της οικονομικής προβλεψιμότητας.
Σχόλιο
: Το ολλανδικό παράδειγμα δείχνει ότι η απόλυτη αναλογικότητα μεγιστοποιεί την εκπροσώπηση, αλλά ελαχιστοποιεί την ικανότητα λήψης αποφάσεων. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλό δημόσιο χρέος και ανάγκη σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, η συζήτηση για το εκλογικό σύστημα δεν μπορεί να είναι ιδεολογικό σύνθημα, αλλά ψυχρή άσκηση θεσμικής αρχιτεκτονικής με κεντρικό κριτήριο τη βιώσιμη διακυβέρνηση.
#απλή_αναλογική #Ολλανδία #πολιτική_σταθερότητα #εκλογικό_σύστημα






