Ελληνες και Κύπριοι βουλευτές, μαζί με το Ίδρυμα Konrad Adenauer, ζητούν από τη γερμανική Βουλή να μπλοκάρει τη διακοπή της Ελληνικής Υπηρεσίας της Deutsche Welle από το 2027. Θέτουν ζήτημα στρατηγικής επικοινωνίας, δημοκρατίας και σχέσεων Γερμανίας – Ελλάδας – Κύπρου.
Μια συντονισμένη πολιτική πρωτοβουλία, με στόχο να αποτραπεί η διακοπή της Ελληνικής Υπηρεσίας της Deutsche Welle από την 1η Ιανουαρίου 2027, αναλαμβάνουν Έλληνες και Κύπριοι βουλευτές σε συνεργασία με το Ίδρυμα Konrad Adenauer. Με επιστολή προς μέλη της γερμανικής ομοσπονδιακής Βουλής (Bundestag), ζητούν την πολιτική επανεξέταση της απόφασης, υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για τεχνική ή δημοσιονομική λεπτομέρεια, αλλά για στρατηγικό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και δημοκρατικής παρουσίας της Γερμανίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ποιοι υπογράφουν και τι ζητούν από τη γερμανική Βουλή
Την επιστολή συνυπογράφουν ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Τάσος Χατζηβασιλείου, ο επίσης βουλευτής της ΝΔ Φίλιππος Φορτώμας, ο Κύπριος βουλευτής Χάρης Γεωργιάδης (ΔΗΣΥ) και ο Marian Wendt, επικεφαλής του Ιδρύματος Konrad Adenauer για Ελλάδα και Κύπρο. Ανάμεσα στους αποδέκτες περιλαμβάνονται στελέχη της CDU/CSU με ρόλους σε επιτροπές Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Εξωτερικών, Πολιτισμού και ΜΜΕ, καθώς και ο υφυπουργός Επικρατείας για Ευρωπαϊκά Θέματα.
Οι υπογράφοντες ζητούν από τους Γερμανούς βουλευτές να χρησιμοποιήσουν τις κοινοβουλευτικές τους αρμοδιότητες ώστε η απόφαση για τερματισμό του ελληνόφωνου προγράμματος να «επαναξιολογηθεί πολιτικά» και τελικά να μην υλοποιηθεί. Επικαλούνται προηγούμενες επαφές στο πρόσφατο συνέδριο της CDU, όπου –όπως αναφέρεται– το ζήτημα τέθηκε στην πρόεδρο της Bundestag, αλλά και σε υπουργούς και βουλευτές του γερμανικού κεντροδεξιού χώρου.
Στο κείμενο τονίζεται ότι η Ελληνική Υπηρεσία της Deutsche Welle λειτουργεί από το 1964, με αναγνωρισμένη ανεξάρτητη και ευρωπαϊκά προσανατολισμένη δημοσιογραφία. Υπήρξε κεντρική πηγή ενημέρωσης για κοινό σε Ελλάδα, Κύπρο και ελληνική διασπορά στη Γερμανία, και ταυτόχρονα «έκφραση των στενών σχέσεων» μεταξύ των τριών χωρών.
Ιστορικός ρόλος, γεωπολιτικό διακύβευμα και soft power
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον ρόλο της DW κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα, όταν το ελληνικό πρόγραμμα παρείχε πρόσβαση σε ελεύθερη πληροφόρηση. Κατά τους υπογράφοντες, η υπηρεσία συνέβαλε και σε επόμενες κρίσιμες περιόδους στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς μια αντικειμενική, ευρωπαϊκά θεμελιωμένη δημοσιογραφία και παραμένει «πρότυπο» για την εικόνα της Γερμανίας ως αξιόπιστου εταίρου, υπέρμαχου της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Η διακοπή του προγράμματος, υποστηρίζουν, «δεν είναι απλή απόφαση περικοπών», αλλά θα αποδυνάμωνε ένα εργαλείο επικοινωνίας και διαλόγου που έχει παγιωθεί επί δεκαετίες στη συνείδηση του κοινού. Σε περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, διάδοσης παραπληροφόρησης και στρατηγικής ανάδειξης της Ανατολικής Μεσογείου, η παρουσία ευρωπαϊκών δημόσιων μέσων ενημέρωσης θεωρείται κρίσιμη.
Η Ελλάδα και η Κύπρος παρουσιάζονται στην επιστολή ως «ακρογωνιαίοι πυλώνες» της ΕΕ σε μια ευαίσθητη γεωπολιτικά περιοχή. Η DW χαρακτηρίζεται βασικό εργαλείο γερμανικής εξωτερικής πολιτικής και η πολυγλωσσία της ως χειροπιαστή έκφραση δέσμευσης στη διεθνή συνεννόηση και τη δημοκρατική σταθερότητα.
Οι υπογράφοντες καλούν τους βουλευτές να διασφαλίσουν, μέσω των διαδικασιών της Bundestag, ότι η απόφαση διακοπής θα επανεξεταστεί και δεν θα εφαρμοστεί. Η διατήρηση του ελληνικού προγράμματος, αναφέρουν, θα αποτελούσε «ένδειξη αλληλεγγύης, αξιοπιστίας και συνεχιζόμενης δέσμευσης της Γερμανίας στην ενωμένη Ευρώπη» και επιστέγασμα των διμερών σχέσεων. Κλείνουν προειδοποιώντας ότι, σε μια εποχή αυξανόμενων διεθνών προκλήσεων, «το ζητούμενο είναι η ενδυνάμωση των συμμαχιών» και ότι η διακοπή της υπηρεσίας «κλονίζει και αποδυναμώνει όλα όσα χτίσαμε μαζί».
Σχόλιο
: Η μάχη για την Ελληνική Υπηρεσία της Deutsche Welle υπερβαίνει τα στενά όρια ενός media brand: αφορά την ίδια την ποιότητα του ευρωπαϊκού δημόσιου λόγου στην Ανατολική Μεσόγειο και το αν η Γερμανία θα συνεχίσει να επενδύει σε αξιόπιστα εργαλεία soft power στην περιοχή. Για την Ελλάδα, η διατήρηση της υπηρεσίας σημαίνει πρόσθετη ασπίδα απέναντι στην παραπληροφόρηση και ταυτόχρονα κανάλι διαλόγου με τη γερμανική κοινή γνώμη – σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές ισορροπίες αλλάζουν και οι συμμαχίες δοκιμάζονται.






