Σε υψηλούς τόνους απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης στις αιτιάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη ότι ο αποκλεισμός της Τουρκίας από τον κανονισμό SAFE δεν οφείλεται σε ελληνική παρέμβαση αλλά σε ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη στάση της στο SAFE ως εθνική επιτυχία με δικαίωμα βέτο, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ για διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Η αντιπαράθεση κυβέρνησης – ΠΑΣΟΚ για την ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική και ειδικά για τον κανονισμό SAFE (μηχανισμός στήριξης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας) κλιμακώνεται, με αφορμή τις δηλώσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη για τον ρόλο της Ελλάδας στον αποκλεισμό της Τουρκίας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εξαπέλυσε σκληρή επίθεση, κάνοντας λόγο για «χονδροειδή ψέματα», «επίδειξη ανευθυνότητας» και «αντιπολιτευτική έμμονή» που, όπως υποστήριξε, καθίσταται επικίνδυνη όταν αφορά εθνικά θέματα και την εξωτερική πολιτική.
Τι υποστήριξε ο Νίκος Ανδρουλάκης για το SAFE
Μιλώντας στον ΑΝΤ1, ο Νίκος Ανδρουλάκης αμφισβήτησε ευθέως τον ισχυρισμό του πρωθυπουργού ότι η Τουρκία έμεινε εκτός SAFE επειδή ο ίδιος έθεσε ως προαπαιτούμενο την άρση του casus belli. «Άκουσα τον πρωθυπουργό προχθές να λέει ότι η Τουρκία δεν μπήκε στο SAFE, γιατί ο ίδιος έθεσε ως προαπαιτούμενο την άρση του casus belli. Από πού προκύπτει αυτό το τεράστιο ψέμα;» ανέφερε, σημειώνοντας ότι δεν είναι δυνατόν «να ακούγονται στον δημόσιο διάλογο τέτοιες κορώνες που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα».
Κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, «η Τουρκία δεν μπήκε στο SAFE, διότι ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη δεν πιστεύουν ότι πρέπει να γίνει κομμάτι της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής άμυνας». Με αυτόν τον τρόπο μετέφερε το κέντρο βάρους από την ελληνική διπλωματία στη στάση μεγάλων κρατών-μελών, αμφισβητώντας τη σημασία της ελληνικής παρέμβασης.
Η κυβερνητική αντεπίθεση και το επιχείρημα του βέτο
Ο Παύλος Μαρινάκης απάντησε ότι το ΠΑΣΟΚ «επενδύει στη διαστρέβλωση της αλήθειας» και υπενθύμισε, όπως είπε, προηγούμενη κριτική του κ. Ανδρουλάκη ότι ο κανονισμός SAFE «ανοίγει την πόρτα» σε τρίτες χώρες, με την τότε θέση πως η Άγκυρα θα μπορούσε να παρακάμψει το casus belli με μια προσωρινή άρση.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η αρχική εκδοχή του κανονισμού SAFE «περιλάμβανε συνολικά όλες τις τρίτες χώρες, χωρίς καμία διαβάθμιση» και, λόγω της ισχυρής στήριξης μεγάλων κρατών, θα μπορούσε να είχε εγκριθεί με ειδική πλειοψηφία. Η «σθεναρή στάση της Ελλάδας» στο COREPER και στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, υποστήριξε, οδήγησε στην προσθήκη ρήτρας που απαιτεί από κάθε τρίτη χώρα να συνάπτει διμερή συμφωνία με την ΕΕ, η οποία πρέπει να εγκρίνεται ομόφωνα από όλα τα κράτη-μέλη, βάσει των άρθρων 212 και 218 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ.
Κατά τον κ. Μαρινάκη, με το άρθρο 17 του Κανονισμού δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός» δικαίωμα βέτο για κάθε κράτος-μέλος ως προς τη συμμετοχή τρίτων χωρών στο SAFE, γεγονός που παρουσιάζει ως «σημαντική επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας» και «εθνική επιτυχία» στο πεδίο της άμυνας και της αποτροπής.
Πολιτική διάσταση και όρια στην αντιπαράθεση
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγορεί τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι, επειδή διαψεύστηκε από τις εξελίξεις, επιχειρεί «μία ακόμα λαθροχειρία» και έχει επιλέξει «τον ολισθηρό δρόμο της απόπειρας παραπλάνησης». Προειδοποιεί, τέλος, ότι στα εθνικά θέματα «όλα έχουν ένα όριο» και ότι η άγνοια ή η εμμονική αντιπολίτευση είναι «εξαιρετικά επικίνδυνη».
Η σύγκρουση αναδεικνύει πως ο κανονισμός SAFE, πέρα από τεχνικό εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, εξελίσσεται σε κεντρικό πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης: από τη μία πλευρά η κυβέρνηση προβάλλει το θεσμοθετημένο βέτο ως ασπίδα έναντι της Τουρκίας, από την άλλη το ΠΑΣΟΚ αμφισβητεί τον βαθμό της ελληνικής επιρροής και καταγγέλλει υπερβολική κυβερνητική αυτοδιαφήμιση.
Σχόλιο
: Η κόντρα για το SAFE δείχνει ότι η εξωτερική πολιτική τείνει να εργαλειοποιείται πλήρως στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό. Αντί για νηφάλια ενημέρωση της κοινής γνώμης για ένα σύνθετο ευρωπαϊκό εργαλείο άμυνας, κυριαρχεί η μάχη για το ποιος «πήρε την επιτυχία», με κίνδυνο να θολώσει η ουσία: το πώς η Ελλάδα αξιοποιεί θεσμικά το δικαίωμα βέτο και τη νέα αρχιτεκτονική για να θωρακίσει μακροπρόθεσμα τα εθνικά της συμφέροντα.






