Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή, αναλυτές υποστηρίζουν ότι, παρά τις απώλειες, ο στρατηγικός χρόνος γέρνει υπέρ της Ουκρανίας. Η ισορροπία φθοράς, η δυτική στήριξη και τα όρια της ρωσικής οικονομίας βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης.
Η Ουκρανία συμπλήρωσε τέσσερα χρόνια από τη ρωσική πλήρους κλίμακας εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022, με τον απολογισμό σε ανθρώπινες ζωές να ανέρχεται σε δεκάδες χιλιάδες και τις καταστροφές σε υποδομές να είναι τεράστιες. Ωστόσο, παρά τη φαινομενική στασιμότητα στο μέτωπο και την κόπωση της κοινής γνώμης στη Δύση, ορισμένοι αναλυτές επιμένουν ότι «ο χρόνος είναι με το μέρος της Ουκρανίας», εφόσον διατηρηθεί η διεθνής στήριξη και η Μόσχα συνεχίσει να αιμορραγεί οικονομικά και στρατιωτικά.
Πόλεμος φθοράς και όρια της ρωσικής ισχύος
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της εισβολής, η σύγκρουση έχει μετατραπεί σε κλασικό πόλεμο φθοράς. Η Ρωσία ελέγχει σημαντικά εδάφη στην ανατολική και νότια Ουκρανία, αλλά έχει αποτύχει στον αρχικό της στόχο: την ταχεία ανατροπή της κυβέρνησης στο Κίεβο και την πλήρη υποταγή της χώρας. Η Ουκρανία, από την πλευρά της, έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές, αλλά έχει διατηρήσει την κρατική της υπόσταση, ενίσχυσε τη διεθνή της νομιμοποίηση και αναβάθμισε θεαματικά τις ένοπλες δυνάμεις της.
Η ανάλυση που θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του Κιέβου εστιάζει κυρίως στα διαρθρωτικά όρια της ρωσικής ισχύος. Η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς εκτεταμένων κυρώσεων, με εξάρτηση από τις εξαγωγές ενέργειας και αυξανόμενη στροφή προς την Κίνα και άλλους μη δυτικούς εταίρους. Το κόστος του πολέμου, τόσο σε δημοσιονομικό επίπεδο όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό, συσσωρεύεται, ενώ η ανάγκη διαρκούς στρατολόγησης δημιουργεί κοινωνικές πιέσεις, έστω και αν δεν μεταφράζονται σε ανοιχτή πολιτική αμφισβήτηση.
Το πλεονέκτημα της Ουκρανίας: τεχνολογία, εκπαίδευση, δυτική στήριξη
Από ουκρανικής πλευράς, η επιβίωση του κράτους και η διατήρηση της πολιτικής συνοχής θεωρούνται ήδη στρατηγική επιτυχία. Η χώρα έχει επωφεληθεί από μαζική μεταφορά τεχνολογίας, πληροφοριών και οπλικών συστημάτων από τις δυτικές χώρες, γεγονός που της επιτρέπει να προσαρμόζεται γρηγορότερα στα δεδομένα του σύγχρονου πολέμου. Η χρήση drones, η βελτίωση της αντιαεροπορικής άμυνας και η ενίσχυση των δυνατοτήτων κρούσης σε βάθος εντός ρωσικού εδάφους αλλάζουν σταδιακά την εικόνα στο πεδίο.
Παράλληλα, η Ουκρανία έχει καταφέρει να αγκυρωθεί θεσμικά στη Δύση, διεκδικώντας σαφέστερο χρονοδιάγραμμα για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και βαθύτερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Αυτή η προοπτική, ακόμη κι αν είναι μακροπρόθεσμη, ενισχύει την ανθεκτικότητα της ουκρανικής κοινωνίας και στέλνει μήνυμα στη Μόσχα ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ των αναθεωρητικών της φιλοδοξιών.
Ο παράγοντας Δύση και ο κίνδυνος στρατηγικής κόπωσης
Το βασικό ρίσκο για το επιχείρημα ότι ο χρόνος ευνοεί την Ουκρανία είναι η πολιτική βούληση στη Δύση. Η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας εξαρτάται από εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες σε ΗΠΑ και Ευρώπη, από τις δημοσιονομικές πιέσεις και από την ανοχή των κοινωνιών σε έναν παρατεταμένο πόλεμο χωρίς ορατό τέλος. Αν η στήριξη μειωθεί ή γίνει πιο αποσπασματική, το πλεονέκτημα του χρόνου μπορεί να εξανεμιστεί.
Για την Ευρώπη, η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία είναι υπαρξιακό ζήτημα ασφάλειας. Η διατήρηση της γραμμής στήριξης προς το Κίεβο δεν αφορά μόνο την τύχη μιας γειτονικής χώρας, αλλά και την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής αποτροπής έναντι κάθε μελλοντικής αναθεωρητικής δύναμης.
Σχόλιο
: Το κεντρικό διακύβευμα των επόμενων ετών δεν είναι μόνο τι συμβαίνει στο πεδίο, αλλά αν η Δύση θα διατηρήσει συνεκτική, μακροπρόθεσμη στρατηγική στήριξης προς την Ουκρανία. Αν αυτό επιτευχθεί, η συνδυασμένη φθορά της ρωσικής οικονομίας, η τεχνολογική αναβάθμιση του Κιέβου και η θεσμική του αγκύρωση στη Δύση δικαιολογούν την εκτίμηση ότι ο χρόνος μπορεί πράγματι να γείρει υπέρ της Ουκρανίας· αν όχι, ο πόλεμος κινδυνεύει να παγιώσει μια επικίνδυνη «γκρίζα ζώνη» αστάθειας στην καρδιά της Ευρώπης.






