Ραγδαίες εξελίξεις προκαλεί το πόρισμα της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος στην υπόθεση Παναγόπουλου, που αφορά διαχείριση ευρωπαϊκών και εθνικών κονδυλίων για προγράμματα κατάρτισης ύψους άνω των 73 εκατ. ευρώ. Δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία του προέδρου της ΓΣΕΕ, γνωστού δημοσιογράφου της ΕΡΤ και σειράς εταιρειών, ενώ στο κάδρο μπαίνει εκ νέου πρώην γενική γραμματέας του υπουργείου Εργασίας.
Το πόρισμα-φωτιά της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος ανοίγει μια από τις πιο σοβαρές υποθέσεις διαχείρισης δημόσιων και κοινοτικών πόρων της τελευταίας πενταετίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, καθώς και άλλα πέντε φυσικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων –σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Mega– και γνωστός δημοσιογράφος της ΕΡΤ με δική του εκπομπή. Παράλληλα ερευνώνται έξι εταιρείες που φέρονται να απορρόφησαν κατ’ επανάληψη προγράμματα κατάρτισης.
Δεσμεύσεις λογαριασμών και κατηγορίες για υπεξαίρεση
Η Αρχή εντόπισε ενδείξεις τέλεσης δύο βαρέων κακουργημάτων: υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Ως αποτέλεσμα, με διάταξή της δεσμεύονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί του προέδρου της ΓΣΕΕ, πέντε ακόμη φυσικών προσώπων και έξι εταιρικών σχημάτων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεσμεύτηκε και η περιουσία του προαναφερόμενου δημοσιογράφου της ΕΡΤ, ο οποίος ερευνάται για την εμπλοκή του στο δίκτυο χρηματοδοτήσεων.
Το επίδικο αντικείμενο αφορά χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους για την περίοδο 2020–2025, συνολικού ύψους άνω των 73.000.000 ευρώ, που προορίζονταν για εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα. Το «εγκληματικό προϊόν» που φέρεται να έχει παραχθεί εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2.960.000 ευρώ, ενώ από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι πάνω από 1.500.000 ευρώ διακινήθηκαν σε μετρητά, πρακτική ασυνήθιστη για επίσημες διαδικασίες και ενδεικτική απόπειρας συγκάλυψης ιχνών.
Ο μηχανισμός ανάθεσης προγραμμάτων
Κρίσιμο ρόλο στο σχήμα αποδίδει η Αρχή στον Γιάννη Παναγόπουλο, ο οποίος, λόγω θέσης, προήδρευε τριών κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης της ΓΣΕΕ. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα Χαράλαμπο Βουρλιώτη, ο Παναγόπουλος φέρεται να εξασφάλιζε μεγάλα προγράμματα κατάρτισης από υπουργεία και στη συνέχεια είτε να προχωρούσε σε απευθείας αναθέσεις σε έξι συγκεκριμένες εταιρείες είτε να διοργάνωνε διαγωνισμούς, τους οποίους κέρδιζαν σταθερά –εναλλάξ– οι ίδιες εταιρείες. Οι ανάδοχοι, μάλιστα, επιλέγονταν από επιτροπές στις οποίες ο ίδιος προήδρευε, δημιουργώντας προφανές ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων.
Μία από τις εταιρείες που σήμερα ελέγχονται είχε απασχολήσει την επικαιρότητα ήδη από το 2020, λόγω της εμπλοκής της στην υπόθεση του διαβόητου «σκόιλ ελικικού» και των προγραμμάτων τηλεκατάρτισης επιστημόνων μέσω συγκεκριμένων ΚΕΚ και ηλεκτρονικών πλατφορμών, τα οποία κατέληξαν σε πολιτικό και θεσμικό φιάσκο.
Η σκιά της πρώην γενικής γραμματέως και οι πολιτικές προεκτάσεις
Στο παρασκήνιο της υπόθεσης επανέρχεται και το όνομα πρώην γενικής γραμματέως του υπουργείου Εργασίας, η οποία, όπως αναφέρεται, εμπλέκεται εμμέσως. Το όνομά της είχε συνδεθεί και στο παρελθόν με υποθέσεις κοινοτικών κονδυλίων και κέντρων κατάρτισης. Φέρεται να έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες εταιρείες και πρόσωπα, ενώ κάποια από τα σήμερα ελεγχόμενα πρόσωπα, με κομβικό ρόλο στη νέα έρευνα, έχουν ήδη καταγγελθεί στο παρελθόν για σκανδαλώδεις αναθέσεις και συνδέονται μαζί της.
Η πολιτική διάσταση είναι ήδη ορατή: μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, το ΠΑΣΟΚ έθεσε εκτός κόμματος τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, μέχρι να ξεκαθαρίσει η εικόνα. Το πόρισμα έχει πλέον διαβιβαστεί στις εισαγγελικές αρχές, που θα καθορίσουν τα επόμενα βήματα, ανοίγοντας ενδεχομένως τον δρόμο για ποινικές διώξεις και για ευρύτερο επανέλεγχο του πλαισίου ανάθεσης προγραμμάτων κατάρτισης.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Παναγόπουλου αναδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι τα κονδύλια κατάρτισης παραμένουν διαχρονικά εστία πελατειακών σχέσεων και αδιαφάνειας. Αν δεν υπάρξει πλήρης δικαστική διερεύνηση, διασταύρωση όλων των ροών χρήματος και εκ βάθρων αναθεώρηση των μηχανισμών ανάθεσης, ο «βιομηχανικός» χαρακτήρας της κατασπατάλησης ευρωπαϊκών πόρων θα συνεχίσει να υπονομεύει τόσο την αξιοπιστία των θεσμών όσο και την πραγματική αναβάθμιση των δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.






