Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς στηρίζει την ενίσχυση των μισθών, ζητά όμως η αύξηση του κατώτατου να συνδεθεί με παραγωγικότητα και πληθωρισμό. Παράλληλα απαιτεί ουσιαστικές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις ώστε να παραμείνει βιώσιμη η απασχόληση.
Με παρέμβασή του ενόψει της ανακοίνωσης της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου 2026, ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς (ΕΣΠ) επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία του εισοδήματος των εργαζομένων και στη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ο ΕΣΠ δηλώνει ξεκάθαρα υπέρ της ενίσχυσης των αποδοχών, αναγνωρίζοντας ότι «οι εργαζόμενοι είναι οι πελάτες της αγοράς» και ότι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός τόνωσης της κατανάλωσης και των εσόδων. Την ίδια στιγμή, όμως, θέτει αυστηρό πλαίσιο για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να καθορίζεται ο κατώτατος μισθός.
Κατώτατος μισθός με βάση παραγωγικότητα και πληθωρισμό
Στην ανακοίνωση υπογραμμίζεται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού «οφείλει να βασίζεται σε αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα». Κατά τον ΕΣΠ, το ύψος του πρέπει να αντανακλά το άθροισμα παραγωγικότητας και πληθωρισμού, ώστε να διασφαλίζεται η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να δημιουργούνται νέες ανισορροπίες στην οικονομία.
Ο εμπορικός κόσμος δηλώνει διατεθειμένος να αποδεχθεί ακόμη και μεγαλύτερες αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα συνοδευτούν από συγκεκριμένα μέτρα ελάφρυνσης του κόστους για τις επιχειρήσεις. Χωρίς τέτοια αντισταθμιστικά μέτρα, προειδοποιεί ο Σύλλογος, η πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορεί να αποτυπωθεί σε λουκέτα και απώλειες θέσεων εργασίας.
Οι πέντε κρίσιμες παρεμβάσεις για τις ΜμΕ
Ο ΕΣΠ καταθέτει δέσμη πέντε παρεμβάσεων που θεωρεί αναγκαίες για να μπορέσει η αγορά να αντέξει υψηλότερους μισθούς:
Πρώτον, περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, δηλαδή εισφορών και λοιπών επιβαρύνσεων που αυξάνουν το συνολικό κόστος εργασίας. Δεύτερον, κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος για διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις, που συχνά οδηγεί σε φορολόγηση χωρίς πραγματικά κέρδη. Τρίτον, οριστική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, το οποίο επιβαρύνει δυσανάλογα μικρές επιχειρήσεις.
Τέταρτον, «γενναία ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 120 δόσεις, μέσω αλγόριθμου», όπως έχει προτείνει ο Σύλλογος, ώστε να δοθεί βιώσιμη ανάσα ρευστότητας. Πέμπτον, επιβράβευση των συνεπών επιχειρήσεων με μείωση του φορολογικού συντελεστή, για να ενισχυθεί η φορολογική συμμόρφωση και η υγιής επιχειρηματικότητα.
Εύθραυστη αγορά και κίνδυνος για τις μικρομεσαίες
Ο ΕΣΠ περιγράφει τη σημερινή εικόνα της αγοράς ως «εύθραυστη», με ξενοίκιαστα καταστήματα ακόμη και σε κεντρικούς εμπορικούς δρόμους. Με σταθερούς ή μειούμενους τζίρους και ταυτόχρονη αύξηση του λειτουργικού κόστους (μισθώματα, ενέργεια, ασφαλιστικές εισφορές), «η εξίσωση για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν βγαίνει».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος του ΕΣΠ, Θοδωρής Καπράλος, τονίζει ότι «θέλουμε να δώσουμε ό,τι περισσότερο μπορούμε στους εργαζόμενους», αλλά θέτει ως προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της αύξησης του κατώτατου μισθού τις «ουσιαστικές μειώσεις επιβαρύνσεων». Αναδεικνύει ειδικά τη ρύθμιση 120 δόσεων και τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους ως κλειδιά για τη διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας.
Κατά τον ΕΣΠ, το αμοιβαίο όφελος μιας ισορροπημένης πολιτικής είναι η εργασιακή ειρήνη και η σταθερότητα που προσφέρουν υγιείς συλλογικές συμβάσεις: καλύτερες αποδοχές για τους εργαζόμενους, υψηλότερη κατανάλωση για τις επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι «οι μισθοί αυξάνονται όσο αντέχει η οικονομία».
Ο Σύλλογος καταλήγει ότι θα συνεχίσει να παρεμβαίνει θεσμικά με «τεκμηριωμένες και κοστολογημένες προτάσεις», υπέρ μιας οικονομίας που στηρίζει την εργασία, ενισχύει την επιχειρηματικότητα και διασφαλίζει κοινωνική συνοχή.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση του ΕΣΠ φωτίζει τον πυρήνα του σημερινού διλήμματος: χωρίς ουσιαστική αποσυμπίεση του κόστους για τις μικρομεσαίες, η πολιτική αυξήσεων στον κατώτατο μισθό κινδυνεύει να μείνει χωρίς πραγματικό αντίκρισμα στην απασχόληση. Η κυβέρνηση οφείλει, αν θέλει διατηρήσιμη άνοδο μισθών, να «δέσει» κάθε αύξηση με δομικές φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις, αλλιώς η εύθραυστη ισορροπία της αγοράς μπορεί να σπάσει εις βάρος τόσο των επιχειρήσεων όσο και των εργαζομένων.






