Οι Αμερικανοί βετεράνοι των πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν βλέπουν στις επιθέσεις κατά του Ιράν ένα επικίνδυνο déjà vu. Η έλλειψη σαφούς στρατηγικής από την κυβέρνηση Τραμπ εντείνει τον φόβο για έναν νέο, μακροχρόνιο και αδιέξοδο πόλεμο.
Οι πρόσφατες αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν έχουν προκαλέσει βαθιά ανησυχία στους βετεράνους των πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν, οι οποίοι βλέπουν να επαναλαμβάνεται ένα σενάριο που πίστευαν ότι είχε κλείσει οριστικά. Παρά την αναγνώριση της κατασταλτικής φύσης του ιρανικού καθεστώτος, οι περισσότεροι δηλώνουν πως δεν έχουν καμία διάθεση για έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Αίσθημα εργαλειοποίησης και έλλειψη σαφούς στόχου
Πολλοί βετεράνοι περιγράφουν ένα έντονο αίσθημα ότι η κυβέρνηση τους αντιμετωπίζει ως «πιόνια». Όπως τονίζει ο πρώην υπαξιωματικός της αεροπορίας Μπράντον Γουέιθ, «θέλουν να μας στείλουν στον πόλεμο, αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν το κόστος του». Η κριτική δεν περιορίζεται μόνο στην απόφαση για στρατιωτική δράση, αλλά επεκτείνεται και στη σταδιακή αποδόμηση των δομών στήριξης των βετεράνων από την ομοσπονδιακή διοίκηση.
Οι βετεράνοι αμφισβητούν ανοικτά τις προθέσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ζήτησε «άνευ όρων συνθηκολόγηση» από την Τεχεράνη, χωρίς όμως να παρουσιάσει ένα συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο για την «επόμενη μέρα». Οι συνεχώς μεταβαλλόμενες αιτιολογίες της Ουάσινγκτον –από την αλλαγή καθεστώτος, μέχρι το πυρηνικό πρόγραμμα και τους βαλλιστικούς πυραύλους– ενισχύουν την εντύπωση μιας βεβιασμένης, αντιφατικής πολιτικής.
Τα τραύματα των πολέμων μετά την 11η Σεπτεμβρίου
Η γενιά των στρατιωτών που πολέμησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου φέρει ακόμη ανοιχτές πληγές από τις εκστρατείες σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Πάνω από 7.000 Αμερικανοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους σε συγκρούσεις που κράτησαν δύο δεκαετίες, ενώ η τελική έκβαση –με την επάνοδο των Ταλιμπάν στην εξουσία στο Αφγανιστάν– τροφοδοτεί ένα βαθύ αίσθημα ματαιότητας.
Όπως σημειώνει ο βετεράνος των Πεζοναυτών και συγγραφέας Φιλ Κλέι, οι ΗΠΑ άφησαν πίσω τους «εμφύλιες συγκρούσεις, μαζικό θάνατο και μεταστατική τρομοκρατία». Για πολλούς, το ερώτημα αν επιτεύχθηκαν ποτέ οι αρχικοί στόχοι των επεμβάσεων παραμένει αναπάντητο – και αυτό είναι, όπως λένε, «καταστροφικό για μια ολόκληρη γενιά».
Σκεπτικισμός απέναντι στη στρατιωτική ισχύ και απαίτηση για διπλωματία
Οι βετεράνοι εμφανίζονται σήμερα πολύ πιο επιφυλακτικοί απέναντι στη χρήση στρατιωτικής ισχύος σε σχέση με προηγούμενες γενιές. Υπογραμμίζουν ότι η αλλαγή καθεστώτος σπάνια επιτυγχάνεται με αεροπορικές επιθέσεις και ότι η διπλωματία είναι συχνά πιο αποτελεσματική από την «επίδειξη δύναμης». Οι άμεσες τακτικές νίκες, προειδοποιούν, δεν μεταφράζονται αυτόματα σε στρατηγική επιτυχία σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο.
Η σύγκριση με τον πόλεμο στο Ιράκ είναι αμείλικτη. Ορισμένοι βετεράνοι φτάνουν στο σημείο να λένε ότι ο σημερινός σχεδιασμός «κάνει τον προγραμματισμό του πολέμου στο Ιράκ να μοιάζει με υψηλή στρατηγική», ενώ άλλοι παρομοιάζουν την αμερικανική προσέγγιση με «παιδιά πέντε ετών που κυνηγούν τη μπάλα χωρίς σχέδιο».
Ανησυχία για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές
Ήδη πάνω από 1.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στο Ιράν και επτά Αμερικανοί στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους. Οι βετεράνοι φοβούνται ότι ο απολογισμός θα αυξηθεί δραματικά, χωρίς να υπάρχει σαφής απάντηση στο βασικό ερώτημα: «Για ποιον λόγο;». Πολλοί εκφράζουν τον φόβο ότι οι ζωές στρατιωτών θα θυσιαστούν «για την ατζέντα ενός ανθρώπου», όπως λένε χαρακτηριστικά.
Μέσα στα δίκτυα βετεράνων, η αγωνία είναι διάχυτη. Κάποιοι έφεδροι μιλούν ήδη για αίσθημα ότι αντιμετωπίζονται ως «αναλώσιμοι». Η φράση που επαναλαμβάνεται, σύμφωνα με όσους συνομιλούν μαζί τους, είναι αποκαλυπτική: «Δεν φοβάμαι να πεθάνω για τη χώρα μου. Φοβάμαι να πεθάνω για κάποιον που έχει τη δική του ατζέντα».
Σχόλιο
: Η φωνή των βετεράνων λειτουργεί ως ισχυρό πολιτικό καμπανάκι στο εσωτερικό των ΗΠΑ: όταν όσοι πλήρωσαν το τίμημα των προηγούμενων πολέμων προειδοποιούν για έναν νέο στρατηγικό τυχοδιωκτισμό, η αμερικανική ηγεσία δύσκολα μπορεί να αγνοήσει ότι η κοινωνική ανοχή σε ακόμη μία μακρά σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένη.






