Καθοριστική απόφαση του Αρείου Πάγου θωρακίζει τους συνταξιούχους που συνεχίζουν να εργάζονται, ακυρώνοντας απολύσεις και βλαπτικές μισθολογικές μεταβολές. Το ανώτατο δικαστήριο κλείνει και το ζήτημα των καταλογισμών, πιέζοντας εμμέσως το Δημόσιο για συνολική ρύθμιση.
Μία απόφαση με βαρύτατες συνέπειες για χιλιάδες εργαζόμενους-συνταξιούχους στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα εξέδωσε το Β1 Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Με την υπ’ αριθμ. 83/2026 απόφασή του, το ανώτατο δικαστήριο δικαίωσε οριστικά συνταξιούχους που συνέχισαν να εργάζονται στη «Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης – Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου» (ΔΕΥΑΜΒ), ακυρώνοντας τόσο τις απολύσεις τους όσο και τις απόπειρες επανακατάταξής τους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο.
Η κρίση του Αρείου Πάγου για απολύσεις και μισθολογικά κλιμάκια
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η συνταξιοδότηση και η παράλληλη συνέχιση απασχόλησης εργαζομένου στη θέση που ήδη κατέχει δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο απόλυσης. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η συνταξιοδότηση, από μόνη της, δεν επιτρέπει την επανακατάταξη του μισθωτού στο α΄ μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου.
Η μετάπτωση εργαζομένου-συνταξιούχου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο χαρακτηρίζεται ρητώς ως «μονομερής εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας». Το δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο εργαζόμενος «δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στον νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη». Μοναδική συνέπεια της συνταξιοδότησης είναι η μη αξιοποίηση της ήδη διανυθείσας προϋπηρεσίας για περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη, όχι όμως η αναδρομική υποβάθμιση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαπίστωση των αρεοπαγιτών ότι ρυθμίσεις σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ή Κανονισμούς, που προβλέπουν αυτοδίκαιη καταγγελία της σύμβασης με τη συνταξιοδότηση, συνιστούν «ρήτρες μονιμότητας». Τέτοιες ρήτρες έχουν καταργηθεί με τον ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012, άρα δεν μπορούν πλέον να επικαλούνται από τους εργοδότες.
Ο νόμος 5114/2024, οι καταλογισμοί και η ανάγκη συνολικής λύσης
Η υπόθεση είχε προϊστορία. Το 2024, το Πρωτοδικείο Βόλου είχε ήδη δικαιώσει τους ίδιους εργαζόμενους, κρίνοντας ότι ούτε η ιδιότητα του συνταξιούχου ούτε η παράλληλη εργασία συνιστούν νόμιμο λόγο απόλυσης και ότι η αυτόματη κατάταξή τους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν παράνομη. Στη συνέχεια, ο νόμος 5114/2024 ρύθμισε τη μισθολογική μεταχείριση μισθωτών του Δημοσίου και ευρύτερου δημοσίου τομέα που συνταξιοδοτήθηκαν και συνέχισαν να εργάζονται μετά τις 24.06.2023, αίροντας καταλογισμούς αποδοχών μόνο για αυτή την κατηγορία.
Ωστόσο, η ρύθμιση άφησε εκτός όμοιες περιπτώσεις προγενέστερων ετών, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι να συνεχίσουν να απειλούνται με καταλογισμούς υπέρογκων ποσών. Η ΔΕΥΑΜΒ άσκησε αναίρεση κατά των αποφάσεων που είχαν δικαιώσει τους απολυθέντες, όμως ο Άρειος Πάγος απέρριψε την επιχειρηματολογία της επιχείρησης και «έκλεισε» το θέμα σε ανώτατο δικαιοδοτικό επίπεδο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Σπύρος Μπαλατσούκας και Δημήτρης Βαλαβάνης τόνισαν ότι, παρά τα γρήγορα αντανακλαστικά του Δημοσίου μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου, η περιορισμένη αναδρομικότητα του ν. 5114/2024 έχει κριθεί επανειλημμένα αντισυνταγματική χωρίς να έχει υπάρξει έως σήμερα πολιτική πρωτοβουλία διόρθωσης. Κατά την εκτίμησή τους, η απόφαση του Αρείου Πάγου «επιλύει πρωτότυπα και σε ανώτατο δικαιοδοτικό βαθμό το συνολικό νομικό ζήτημα» και αναδεικνύει την ανάγκη για ενιαία, καθολική ρύθμιση χάριν της ασφάλειας δικαίου.
Σχόλιο
: Η απόφαση λειτουργεί ως ισχυρό θεσμικό ανάχωμα απέναντι σε εργοδοτικές πρακτικές που αξιοποιούν τη συνταξιοδότηση για να μειώσουν μισθολογικό κόστος. Παράλληλα, αυξάνει σημαντικά την πίεση προς το οικονομικό επιτελείο να επεκτείνει τη ρύθμιση πέραν της 24.06.2023, διαφορετικά το Δημόσιο κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπο με μαζικές δικαστικές διεκδικήσεις και πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος.
#ΆρειοςΠάγος #συνταξιούχοι #παράλληλη_απασχόληση #εργασιακά #Δημόσιο






