Ο Γιώργος Φλωρίδης υπερασπίστηκε τη χωρητικότητα της αίθουσας στη Λάρισα, παραδεχόμενος οργανωτικές αστοχίες. Παράλληλα απέρριψε αιτήματα παραίτησης και κατήγγειλε παρεμβάσεις στη διαδικασία.
Στη γραμμή της υπεράσπισης της δικαστικής υποδομής αλλά και της παραδοχής οργανωτικών λαθών κινήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, σχολιάζοντας το χάος που επικράτησε την πρώτη ημέρα της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών στη Λάρισα.
Η χωρητικότητα της αίθουσας και η διαχείριση των θέσεων
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στη Λάρισα, με δυνατότητα άνω των 450 καθισμάτων, «είναι η μεγαλύτερη στη χώρα, ή ίση με τη μεγαλύτερη», επιμένοντας ότι μπορεί να φιλοξενήσει τη δίκη. Όπως εξήγησε, ο σχεδιασμός έγινε με βάση τις δηλωμένες παραστάσεις δικηγόρων, οι οποίοι από περίπου 130 έφτασαν τελικά τους 250. Για αυτούς είχαν προβλεφθεί 280 θέσεις στο κύριο επίπεδο των 312–330 καθισμάτων, ώστε οι υπόλοιπες να διατεθούν σε συγγενείς θυμάτων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, «δεν έγινε σωστή είσοδος των συντελεστών», με αποτέλεσμα θέσεις που προορίζονταν για δικηγόρους να καταληφθούν από άτομα χωρίς θεσμική ιδιότητα και περίπου 100 δικηγόροι να μείνουν όρθιοι. Ο Φλωρίδης τόνισε ότι «μιλάμε για δίκη, όχι για άλλου τύπου εκδήλωση», ξεκαθαρίζοντας ότι πρώτα πρέπει να τακτοποιούνται όσοι έχουν θεσμικό ρόλο –δικαστές, κατηγορούμενοι, συνήγοροι, μάρτυρες και πολιτικώς ενάγοντες– και κατόπιν το κοινό.
Παράλληλα, υπερασπίστηκε τη λύση της βοηθητικής αίθουσας 140 θέσεων με οπτικοακουστική σύνδεση, υποστηρίζοντας ότι η ακουστική εκεί είναι καλύτερη από την κεντρική αίθουσα και ότι για όσους θέλουν να παρακολουθούν τη διαδικασία «το ζήτημα είναι λυμένο».
Μεταφορά της δίκης, πολιτικές αιχμές και ζήτημα παραίτησης
Απαντώντας σε σενάρια μεταφοράς της δίκης στην Αθήνα, ο υπουργός αντέτεινε ότι αυτό θα σήμαινε μετάβαση σε μικρότερη αίθουσα, ενώ η «συντριπτική πλειοψηφία» των συγγενών προέρχεται από τη Θεσσαλία. Υποστήριξε επίσης ότι ακόμη και σε εμβληματικά διεθνή δικαστήρια, όπως στη Χάγη ή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι αίθουσες διαθέτουν 250–300 θέσεις, επιχειρώντας να δείξει ότι η ελληνική υποδομή δεν υστερεί σε μέγεθος.
Στο ερώτημα περί παραίτησης, όπως ζήτησε ο συγγενής θύματος Νίκος Πλακιάς, ο Φλωρίδης απάντησε ότι «δεν θα αντιδικήσει με τους συγγενείς» και δήλωσε σεβασμό στον πόνο τους, αφήνοντας όμως σαφές ότι δεν προτίθεται να αποχωρήσει. Αντίθετα, άφησε βαριές αιχμές κατά της Ζωής Κωνσταντοπούλου, κατηγορώντας την ότι «τραμπουκίζει τους δικαστές» και δεν επιθυμεί τη συνέχιση της δίκης.
Τέλος, αναφερόμενος στο περιστατικό με τα φώτα που αναβόσβηναν, κατήγγειλε ότι «κάποιοι πήγαιναν και κατέβαζαν τους διακόπτες», προσθέτοντας ότι η Αστυνομία θα κληθεί να εντοπίσει τους υπαίτιους, ώστε να προστατευθεί η ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Φλωρίδη αναδεικνύει το κρίσιμο έλλειμμα όχι τόσο σε υποδομές, όσο σε οργάνωση, διαχείριση προσδοκιών και θεσμική πειθαρχία γύρω από τη δίκη-ορόσημο των Τεμπών. Η επιλογή να στοχοποιήσει συγκεκριμένους δικηγόρους, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει μετωπική σύγκρουση με τους συγγενείς, δείχνει λεπτή πολιτική ισορροπία: προσπάθεια προστασίας του κύρους της Δικαιοσύνης χωρίς να τροφοδοτηθεί περαιτέρω κοινωνική οργή. Αν η κυβέρνηση δεν διασφαλίσει πλήρη διαφάνεια και άψογη διαδικαστική τάξη, ο κίνδυνος η δίκη να μετατραπεί σε πεδίο θεσμικής απαξίωσης και πολιτικής φθοράς θα παραμείνει υψηλός.






