Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε εκ νέου το 4%, με το spread έναντι του γερμανικού να αγγίζει σχεδόν τη μία μονάδα. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι πληθωριστικές ανησυχίες ανατρέπουν τις προσδοκίες για γρήγορη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Υπό έντονη πίεση τελούν εκ νέου οι αγορές κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο επίκεντρο της κίνησης. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου ανέβηκε στο 4,06%, επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τον Οκτώβριο του 2023, σηματοδοτώντας επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης για το Δημόσιο.
Η κίνηση αυτή δεν είναι μεμονωμένο ελληνικό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ανόδου αποδόσεων στην ευρωζώνη, καθώς οι αγορές ανατιμολογούν τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού και παρατεταμένης περιοριστικής πολιτικής από την ΕΚΤ.
Γεωπολιτικός κίνδυνος και πληθωριστικές προσδοκίες
Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες λειτουργούν ως «αστάθμητος παράγοντας» για τις τιμές του πετρελαίου. Κάθε κλιμάκωση που ωθεί υψηλότερα την ενέργεια μεταφράζεται άμεσα σε πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν τον αυξημένο κίνδυνο. Αυτό οδηγεί σε πώληση ομολόγων, άρα και άνοδο των αποδόσεων.
Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν πλέον ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη μπορεί να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο διάστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ εμφανίζεται εγκλωβισμένη: η προσδοκία για γρήγορες μειώσεις επιτοκίων υποχωρεί, ενώ στο ακραίο σενάριο επανέρχεται στο τραπέζι ακόμη και η συζήτηση για νέες αυξήσεις εντός του έτους.
Διεύρυνση του spread και μήνυμα από τη Λαγκάρντ
Τα γερμανικά ομόλογα, ως ασφαλές καταφύγιο, ευνοούνται σε περιόδους αναταραχής. Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού τίτλου διαμορφώθηκε λίγο πάνω από το 3%, αυξανόμενη σαφώς λιγότερο από την ελληνική. Έτσι, το περιθώριο (spread) μεταξύ ελληνικού και γερμανικού 10ετούς ανήλθε στις 0,95 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας την αυξημένη αντίληψη κινδύνου για την περιφέρεια.
Στο εγχώριο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφηκαν συναλλαγές 292 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 147 εκατ. ευρώ αφορούσαν εντολές αγοράς, ένδειξη ότι παρά την άνοδο των αποδόσεων υπάρχει ακόμη επενδυτικό ενδιαφέρον σε υψηλότερα επιτόκια.
Καταλύτης για την πρόσφατη κίνηση θεωρούνται και οι τελευταίες δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, οι οποίες ερμηνεύθηκαν ως «hawkish signal», δηλαδή ένδειξη σκληρότερης στάσης. Το μήνυμα προς τις αγορές ήταν ότι η μάχη με τον πληθωρισμό δεν έχει κριθεί, περιορίζοντας τις ελπίδες για γρήγορη στροφή σε πιο χαλαρή νομισματική πολιτική.
Σχόλιο
: Η επαναφορά του ελληνικού 10ετούς πάνω από το 4% δεν συνιστά ακόμη κρίση, αλλά είναι σαφές «καμπανάκι» για το κόστος δανεισμού κράτους και επιχειρήσεων. Αν οι αγορές παγιώσουν το σενάριο υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα, η συζήτηση για τον ρυθμό επενδύσεων και την πορεία του χρέους θα γίνει πολύ πιο απαιτητική.






