Η Βουλή άναψε το πράσινο φως για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και την αναβάθμιση 38 F‑16, σε πακέτο άνω των 4 δισ. ευρώ. Η κίνηση εντάσσεται στον μακροπρόθεσμο επανεξοπλισμό και σηματοδοτεί στροφή σε πολυεπίπεδη αεράμυνα και αυξημένη ελληνική βιομηχανική συμμετοχή.
Η Ειδική Διαρκής Επιτροπή Εξοπλιστικών Προγραμμάτων της Βουλής ενέκρινε τη Δευτέρα ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα αμυντικών δαπανών της τελευταίας δεκαετίας: την προμήθεια πολυεπίπεδου συστήματος αεροπορικής άμυνας και αντι‑drone, γνωστού ως «Ασπίδα του Αχιλλέα», ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, καθώς και την αναβάθμιση 38 μαχητικών F‑16 σε διαμόρφωση Viper, με επιπλέον κόστος γύρω στο 1 δισ. ευρώ.
Ο νέος «θόλος» και η αρχιτεκτονική αποτροπής
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ για την προμήθεια σημαντικού τμήματος των πυραυλικών συστημάτων που θα συγκροτήσουν τον νέο αεράμυνας θόλο. Το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα» στοχεύει στη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου μηχανισμού αντιμετώπισης απειλών από αεροσκάφη, μη επανδρωμένα συστήματα (drones), πυραύλους και βαλλιστικούς πυραύλους, καλύπτοντας κενά που ανέδειξαν οι πρόσφατες συγκρούσεις διεθνώς.
Ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας χαρακτήρισε την επένδυση «τεράστια αναβάθμιση της αεράμυνας της Πατρίδας μας», υπογραμμίζοντας ότι «δημιουργούμε, επιτέλους, ένα θόλο προστασίας της ελληνικής επικράτειας με πολλαπλά επίπεδα αντιμετώπισης όλων των συγχρόνων απειλών». Κεντρικό στοιχείο είναι η πρόβλεψη για συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% στην παραγωγή και υποστήριξη των νέων συστημάτων, κάτι που μετατρέπει το πρόγραμμα από απλή προμήθεια σε εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής.
Αναβάθμιση στόλου F‑16 και υποδομές για F‑35
Παράλληλα, εγκρίθηκε η αναβάθμιση περίπου 38 F‑16 Block 50 –αεροσκαφών που εισήλθαν στην Πολεμική Αεροπορία τη δεκαετία του 1990– στο επίπεδο Viper. Σε συνδυασμό με τα ήδη εκσυγχρονισμένα αεροσκάφη, ο στόχος είναι ο στόλος των F‑16 Viper να υπερβεί τα 100 μαχητικά, δημιουργώντας έναν σχετικά ομογενοποιημένο, τεχνολογικά προηγμένο πυρήνα αεροπορικής ισχύος.
Στο ίδιο πακέτο εντάσσεται και η δημιουργία υποδομών στην Ανδραβίδα για την επιχειρησιακή ένταξη των F‑35, τα οποία ο Νίκος Δένδιας περιέγραψε ως «πλατφόρμες που εισάγουν την Αεροπορία μας σε μια νέα εποχή». Η κίνηση αυτή επιβεβαιώνει ότι ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στην κάλυψη υφιστάμενων κενών, αλλά στοχεύει σε συνολική μετάβαση σε ένα δικτυοκεντρικό, διαλειτουργικό μοντέλο επιχειρήσεων.
Ναυτικό, υποστήριξη μέσων και θεσμική θωράκιση
Η επιτροπή έδωσε επίσης το πράσινο φως για τον εκσυγχρονισμό τεσσάρων φρεγατών MEKO 200, με συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων, καθώς και για συμβάσεις «Follow On Support» σε σειρά αεροσκαφών, μεταξύ των οποίων τα μεταγωγικά C‑27. Ο υπουργός Άμυνας στάθηκε ιδιαίτερα στην αλλαγή φιλοσοφίας: οι συμβάσεις συντήρησης πλέον αντιμετωπίζονται ως κανονικά εξοπλιστικά προγράμματα, με θεσμοθετημένες εγγυήσεις διαφάνειας και ενημέρωση της Βουλής, και όχι ως «λειτουργικές δαπάνες» περιορισμένου ελέγχου, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.
Το σύνολο των παραπάνω εντάσσεται στον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών, τμήμα της «Ατζέντας 2030», με τη συνολική δαπάνη εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων να εκτιμάται σε περίπου 28 δισ. ευρώ έως το 2036. Πέρα από τη στρατιωτική διάσταση, πρόκειται για μια επιλογή με σαφές γεωπολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα: αναβαθμίζει την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, ενισχύει τη θέση της σε ένα ρευστό περιβάλλον ασφάλειας και, εφόσον υλοποιηθεί με συνέπεια, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την αναγέννηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Σχόλιο
: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πακέτο, αλλά η δοκιμασία ωριμότητας για το αν η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τις τεράστιες αμυντικές δαπάνες σε διαρκή τεχνολογικό και βιομηχανικό κεφάλαιο, με διαφάνεια, εγχώρια προστιθέμενη αξία και σαφή στρατηγικό σχεδιασμό, αντί για συγκυριακό εξοπλιστικό πυρετό.






