Η νέα έκρηξη πληθωρισμού στη Βρετανία αποδίδεται στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν και στο ενεργειακό σοκ. Ο οικονομολόγος Josh Ryan‑Collins υποστηρίζει ότι τα επιτόκια είναι λάθος εργαλείο και ζητά παρεμβάσεις στις τιμές και τη δομή της αγοράς.
Η κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν και το σχεδόν κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν πυροδοτήσει ένα νέο παγκόσμιο πληθωριστικό σοκ, με επίκεντρο την ενέργεια και τα λιπάσματα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η οικονομία ασθμαίνει και η ανάπτυξη παραμένει στάσιμη, η Τράπεζα της Αγγλίας καλείται να αποφασίσει για τα επιτόκια σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας.
Ενεργειακός στραγγαλισμός και ευαλωτότητα της βρετανικής οικονομίας
Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20%–30% του παγκόσμιου πετρελαίου, φυσικού αερίου και εισροών λιπασμάτων, έχουν καταστεί στρατηγικό «σημείο πνιγμού» λόγω των ιρανικών στρατιωτικών κινήσεων. Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί άνω του 40% και του φυσικού αερίου πάνω από 50%, προκαλώντας άμεσες πιέσεις στις αντλίες καυσίμων και στους λογαριασμούς ενέργειας.
Η Βρετανία, ως καθαρός εισαγωγέας φυσικού αερίου και με αγορά ηλεκτρισμού που τιμολογείται με βάση τη διεθνή τιμή του αερίου, βρίσκεται σε δυσμενή θέση. Παρά την προσωρινή προστασία των νοικοκυριών μέσω ανώτατου ορίου τιμών, η βενζίνη και το ντίζελ έχουν ήδη ανατιμηθεί αισθητά, ενώ η κυβέρνηση αναγκάστηκε να διαθέσει 53 εκατ. λίρες για να στηρίξει αγροτικές περιοχές που θερμαίνονται με πετρέλαιο.
Παράλληλα, η έλλειψη λιπασμάτων απειλεί με νέα παγκόσμια επισιτιστική κρίση, δυνητικά χειρότερη από εκείνη του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Βρετανία, με μόλις 54% διατροφική αυτάρκεια, είναι σαφώς πιο εκτεθειμένη από χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία ή η Αυστραλία, που μπορούν –θεωρητικά– να θρέψουν τον πληθυσμό τους χωρίς εισαγωγές.
Γιατί τα επιτόκια δεν λύνουν πληθωρισμό από πολέμους και σοκ προσφοράς
Ο Josh Ryan‑Collins, αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών στο UCL, υποστηρίζει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας δεν πρέπει να ανακόψει την πορεία μείωσης των επιτοκίων, τα οποία έχουν υποχωρήσει από το 5,25% το καλοκαίρι του 2024 στο 3,75%. Η αγορά ήδη «ποντάρει» σε νέα άνοδο στο 4%, με άμεση επίπτωση στα στεγαστικά δάνεια.
Κατά τον ίδιο, πρόκειται για ακόμη ένα ισχυρό σοκ προσφοράς –όπως στην Covid και στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας– όπου η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις τιμές, αλλά απλώς στραγγαλίζει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Ούτε η προηγούμενη επιθετική σύσφιξη νομισματικής πολιτικής το 2022 φαίνεται να εξήγησε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού· αυτή ήρθε κυρίως όταν έπεσαν οι διεθνείς τιμές ενέργειας και τροφίμων.
Μελέτη του ΔΝΤ το 2025 έδειξε ότι οι κεντρικές τράπεζες με στόχο πληθωρισμού, που ανέβασαν γρήγορα τα επιτόκια, δεν τα πήγαν καλύτερα από εκείνες που δεν ακολούθησαν τόσο επιθετική πορεία. Η κλασική αφήγηση των «σπειρών μισθών‑τιμών» της δεκαετίας του 1970, όταν ισχυρά συνδικάτα διεκδικούσαν αυξήσεις και οι κεντρικές τράπεζες απάντησαν με πολύ υψηλά επιτόκια και βαθιές υφέσεις, δεν αντανακλά πλέον την πραγματικότητα.
Από πληθωρισμό μισθών σε πληθωρισμό κερδών – και ο ρόλος του κράτους
Σήμερα, η εργατική δύναμη είναι πιο αδύναμη, τα συνδικάτα αποδυναμωμένα και οι αγορές εργασίας παγκοσμιοποιημένες. Αντί για κλασικές σπείρες μισθών‑τιμών, οι πρόσφατες αναλύσεις εντοπίζουν φαινόμενα «πληθωρισμού κερδών»: επιχειρήσεις, κυρίως στην ενέργεια και στα τρόφιμα, αξιοποιούν τα αρχικά σοκ για να αυξήσουν τις τιμές και να διατηρήσουν ή να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους.
Έρευνες δείχνουν επίσης ότι οι προσδοκίες πληθωρισμού των νοικοκυριών διαμορφώνονται κυρίως από τις άμεσες μεταβολές στις τιμές που βλέπουν καθημερινά –καύσιμα, σούπερ μάρκετ– και λιγότερο από την αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ryan‑Collins θεωρεί ότι το βασικό εργαλείο της Τράπεζας της Αγγλίας, τα επιτόκια, είναι σε μεγάλο βαθμό άσχετο με τον σημερινό τύπο πληθωρισμού.
Προτείνει αντ’ αυτού συντονισμό νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής με κατεύθυνση: στοχευμένα πλαφόν ή ελέγχους τιμών σε βασικές υπηρεσίες, ώστε να αποτραπεί η μετακύλιση των εξωγενών σοκ στους καταναλωτές· και, όπου χρειάζεται, αλλαγές στη δομή της αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας ιδιοκτησίας σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια. Η εμπειρία χωρών όπως η Ισπανία κατά την ενεργειακή κρίση 2022‑23 δείχνει, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι τέτοιου τύπου παρεμβάσεις συγκράτησαν τον πληθωρισμό αποτελεσματικότερα από τις αυξήσεις επιτοκίων.
Η συνέχιση της μείωσης των επιτοκίων, υποστηρίζει, θα μείωνε και το δημοσιονομικό κόστος των κρατικών παρεμβάσεων και θα ενίσχυε τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, κρίσιμες για τη μείωση της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Σχόλιο
: Η ανάλυση του Ryan‑Collins αναδεικνύει ένα κρίσιμο δίλημμα που αφορά και την ευρωζώνη: όταν ο πληθωρισμός προέρχεται από γεωπολιτικά σοκ προσφοράς και από αγορές με ισχυρή συγκέντρωση ισχύος, η εμμονή σε οριζόντιες αυξήσεις επιτοκίων λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός ύφεσης παρά ως θεραπεία για τις τιμές. Για χώρες με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση και χαμηλή διατροφική αυτάρκεια, η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται σε στοχευμένες ρυθμιστικές παρεμβάσεις, επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της παραγωγικής βάσης – όχι στη μηχανική επανάληψη συνταγών της δεκαετίας του 1980.






