Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται σε βαθιά πολιτική κρίση, με τον Κιρ Στάρμερ να παραμένει ωστόσο ο μόνος ρεαλιστικός διαχειριστής της. Η επιβίωσή του εξαρτάται από το αν θα μπορέσει να μετατρέψει την εσωστρέφεια σε κουλτούρα συνεργασιών.
Η βρετανική πολιτική σκηνή βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης και το Εργατικό Κόμμα, παρά την κυβερνητική του ισχύ, δείχνει εγκλωβισμένο σε μια υπαρξιακή κρίση ταυτότητας. Οι διαμάχες για τη σχέση με την αριστερή πτέρυγα, η στάση απέναντι στους Πράσινους και το κόμμα Reform UK, καθώς και η διαχείριση ευαίσθητων θεμάτων όπως η μετανάστευση και η Παλαιστίνη, έχουν διαβρώσει τη σχέση του κόμματος με κρίσιμα τμήματα του εκλογικού σώματος.
Η εσωτερική σύγκρουση αξιών και νίκης
Στο εσωτερικό των Εργατικών η συζήτηση επαναλαμβάνεται εμμονικά: πρέπει ο Στάρμερ να στραφεί περισσότερο προς τα αριστερά, ενσωματώνοντας τους απογοητευμένους κομματικούς ακτιβιστές, ή να συνεχίσει τη στρατηγική «νίκης πάση θυσία», με άνοιγμα προς κεντρώους και συντηρητικούς ψηφοφόρους; Οι εκκαθαρίσεις στελεχών της αριστερής πτέρυγας, η σκληρή ρητορική για τη μετανάστευση και οι επιλογές προσώπων στην ηγεσία, έχουν τροφοδοτήσει την εικόνα ενός κόμματος που προτιμά τον έλεγχο από τη ζωντανή εσωκομματική δημοκρατία.
Έρευνα της οργάνωσης Persuasion UK, στην οποία αναφέρεται η αρθρογράφος, υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη απειλή για τους Εργατικούς δεν είναι οι διαρροές προς τα δεξιά, αλλά οι αποχωρήσεις αριστερών ψηφοφόρων προς κόμματα όπως οι Πράσινοι ή το Plaid Cymru. Αυτοί οι ψηφοφόροι, σύμφωνα με τα ευρήματα, είναι πιο ευαίσθητοι σε ζητήματα ρατσισμού και δημοκρατικών ελευθεριών από ό,τι οι δεξιότεροι που ήδη έχουν απομακρυνθεί.
Νέο πολυκομματικό τοπίο και η πρόκληση των συμμαχιών
Η άνοδος του Reform UK, υπό την επιρροή του Νάιτζελ Φάρατζ, δεν μεταφράζεται απλώς σε ενίσχυση της άκρας δεξιάς. Λειτουργεί επίσης ως καταλύτης που κινητοποιεί ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις εναντίον του. Σε πρόσφατες αναπληρωματικές εκλογές, η αντι-Φάρατζ ψήφος διοχετεύτηκε με ευελιξία σε διαφορετικά κόμματα, δείχνοντας ότι οι ψηφοφόροι είναι διατεθειμένοι να στηρίξουν όποιον έχει τις περισσότερες πιθανότητες να αποκλείσει ακραίους υποψηφίους, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι οι Εργατικοί.
Το κόμμα, ωστόσο, συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους Πράσινους ως τυχαίους ωφελημένους της συγκυρίας και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες ως μόνιμα «μολυσμένους» από τη συγκυβέρνηση με τους Συντηρητικούς. Αυτή η περιφρόνηση αγνοεί ότι πολλοί ψηφοφόροι που εγκαταλείπουν τους Εργατικούς το κάνουν ακριβώς επειδή βρίσκουν σε αυτά τα κόμματα αξίες –περιβαλλοντισμό, ισότητα, ριζοσπαστισμό– που θεωρούν ότι το Εργατικό Κόμμα έχει εγκαταλείψει.
Η Παλαιστίνη, η μουσουλμανική ψήφος και η ανάγκη ταπεινότητας
Ιδιαίτερα το ζήτημα της Παλαιστίνης έχει διαρρήξει τις σχέσεις με σημαντικό τμήμα της μουσουλμανικής κοινότητας, αλλά και με πολλούς προοδευτικούς ψηφοφόρους γενικότερα. Η προσπάθεια ορισμένων στελεχών να παρουσιάσουν τη δυσαρέσκεια ως «ειδικό συμφέρον» μουσουλμάνων ψηφοφόρων, υπονομεύει περαιτέρω την εμπιστοσύνη. Η αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική υπέρ της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους και στη σκληρή στάση απέναντι στις διαδηλώσεις υπέρ των Παλαιστινίων, παρουσιάζεται ως ηθικά και πολιτικά ακατανόητη.
Η αρθρογράφος υποστηρίζει ότι οι Εργατικοί δεν μπορούν να «μαλώσουν» αυτούς τους ψηφοφόρους για να επιστρέψουν· ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος είναι η αναζήτηση κοινής δράσης με τα κόμματα στα οποία εκείνοι στράφηκαν. Αυτό προϋποθέτει βαθιά αλλαγή κουλτούρας: από το δόγμα «οποιοδήποτε χρώμα αρκεί να είναι κόκκινο» σε μια λογική προγραμματικών συμμαχιών και αναλογικότερης εκπροσώπησης.
Γιατί ο Στάρμερ μπορεί, παρά τα ελαττώματα, να διαχειριστεί την κρίση
Παρά την κατάρρευση της δημοφιλίας του και την εικόνα ενός πρωθυπουργού χωρίς σαφή ιδεολογικό πυρήνα, η αρθρογράφος βλέπει στο πρόσωπο του Κιρ Στάρμερ ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμα: πραγματισμό, απουσία ισχυρών συναισθηματικών δεσμών με εσωκομματικές φατρίες και προθυμία να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες της διακυβέρνησης. Αν αποδεχθεί ότι τα πρωτοσέλιδα θα είναι έτσι κι αλλιώς εχθρικά, θα μπορούσε –κατά την ανάλυση– να απελευθερωθεί από τον φόβο της στιγμιαίας εικόνας και να επενδύσει σε μια στρατηγική ευρύτερων προοδευτικών συμμαχιών και θεσμικών αλλαγών, όπως η συζήτηση για εκλογική μεταρρύθμιση και αναλογικότερη εκπροσώπηση.
Σχόλιο
: Η κρίση των Εργατικών θυμίζει σε πολλές ευρωπαϊκές κεντροαριστερές δυνάμεις τον κίνδυνο αυτάρκειας: όταν η βάση αναζητά αξίες, συνεργασίες και θεσμική ανανέωση, η εμμονή στον μονοκομματικό έλεγχο μετατρέπει ακόμη και την κυβερνητική εξουσία σε πρόσκαιρη νίκη πάνω σε ένα εύθραυστο, κατακερματισμένο εκλογικό σώμα.






