Γερμανία χαλαρώνει τον νόμο για τη θέρμανση, επιστροφή σε πετρέλαιο και αέριο

Η νέα γερμανική κυβέρνηση ανατρέπει τον προηγούμενο «νόμο για τη θέρμανση», ανοίγοντας ξανά τον δρόμο για νέες εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η κίνηση προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστήμονες.

Η Γερμανία, που επί δεκαετίες αυτοπροβαλλόταν ως πρωτοπόρος στην κλιματική πολιτική, αλλάζει ριζικά πορεία στον ευαίσθητο τομέα της θέρμανσης κατοικιών. Το νέο σχέδιο νόμου για τον εκσυγχρονισμό κτιρίων (Gebäudemodernisierungsgesetz – GMG), το οποίο η κυβέρνηση σχεδιάζει να εγκρίνει στις 25 Μαρτίου και να περάσει από τη Βουλή έως την 1η Ιουλίου, επιτρέπει ξανά την εγκατάσταση νέων συστημάτων θέρμανσης με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, υπό την προϋπόθεση ανάμειξης με «κλιματικά φιλικά» καύσιμα.

Ανατροπή της πράσινης στρατηγικής για τις αντλίες θερμότητας

Η προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελευθέρων είχε θεσπίσει τον κανόνα ότι κάθε νέο σύστημα θέρμανσης πρέπει να λειτουργεί κατά 65% με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στόχος ήταν η σταδιακή αντικατάσταση των λεβήτων πετρελαίου και αερίου με αντλίες θερμότητας και άλλα πράσινα συστήματα, σε μια χώρα όπου ακόμη το 56% των κατοικιών θερμαίνεται με αέριο και το 17% με πετρέλαιο.

Η νέα υπουργός Οικονομίας, Κατερίνα Ράιχε από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), παρουσίασε το GMG ως διόρθωση μιας πολιτικής που «διέβρωσε την εμπιστοσύνη και δίχασε την κοινωνία». «Ο καθένας μπορεί πλέον να αποφασίζει μόνος του πώς θα θερμαίνει το σπίτι ή το διαμέρισμά του – ακόμη και σε υφιστάμενα κτίρια», τόνισε, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τον προκάτοχό της, τον Πράσινο Ρόμπερτ Χάμπεκ.

Οι συντηρητικοί υλοποιούν έτσι την προεκλογική τους δέσμευση να ακυρώσουν τον λεγόμενο «νόμο για τη θέρμανση» του Χάμπεκ, τον οποίο τα λαϊκιστικά μέσα βάφτισαν «το σφυρί θέρμανσης του Χάμπεκ», καλλιεργώντας την εντύπωση ότι το κράτος θα υποχρεώσει τους πολίτες να ξηλώσουν τους υπάρχοντες καυστήρες. Στην πραγματικότητα, η προηγούμενη ρύθμιση στόχευε κυρίως σε νέες εγκαταστάσεις και στην αυστηρότερη εφαρμογή ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Κοινωνικές εντάσεις και κίνδυνος κλιματικού πισωγυρίσματος

Το νέο πλαίσιο προκαλεί τριβές ακόμη και εντός της κυβέρνησης. Οι Σοσιαλδημοκράτες, ως μικρότερος εταίρος του συνασπισμού υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς (CDU), προειδοποιούν για εκτόξευση του κόστους θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα, λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία και της αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD, Ματίας Μίερς, διαμήνυσε ότι «δεν θα υπάρξει νόμος που θα αφήνει τους ενοικιαστές να πληρώνουν τον λογαριασμό», ζητώντας αναθεώρηση της συμφωνίας.

Την ίδια στιγμή, περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Greenpeace καταγγέλλουν την επιλογή ως στρατηγικά κοντόφθαλμη. Ο ειδικός της οργάνωσης, Μάρτιν Κάιζερ, υπενθυμίζει ότι οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκαλύπτουν τους κινδύνους της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, και θεωρεί ακατανόητη την απροθυμία CDU/CSU και SPD να επιταχύνουν την απεξάρτηση από πετρέλαιο και αέριο.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο φυσικός και κλιματικός ερευνητής Νίκλας Χένε προειδοποιεί ότι η κυβέρνηση υιοθετεί μέτρα που οδηγούν σε αυξημένες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, με το νέο νόμο για τη θέρμανση να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Υπενθυμίζει ότι «το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απαλλαγούμε από άνθρακα, πετρέλαιο και αέριο όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Ανάμεσα στην «ελευθερία επιλογής» και την κλιματική ευθύνη

Παρά την άνοδο των αντλιών θερμότητας στη Γερμανία –σε μεγάλο βαθμό λόγω της εκτίναξης των τιμών σε πετρέλαιο και αέριο–, η νέα πολιτική επαναφέρει στο προσκήνιο το δίλημμα μεταξύ ατομικής ελευθερίας και συλλογικής κλιματικής ευθύνης. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας CDU/CSU, Γενς Σπαν, χαιρέτισε τη συμφωνία δηλώνοντας ότι «το θέμα της θέρμανσης είναι ξανά ιδιωτική υπόθεση».

Ωστόσο, η συζήτηση στη Γερμανία δείχνει ότι η κλιματική πολιτική δεν είναι μόνο τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Αφορά το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιβάλλει το κράτος, ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης και πώς διασφαλίζεται ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν υπονομεύει τους κλιματικούς στόχους. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη αναζητά συνεκτική στρατηγική για την πράσινη μετάβαση, το γερμανικό πισωγύρισμα στέλνει ένα μήνυμα με ευρύτερες ευρωπαϊκές προεκτάσεις.

Σχόλιο SBCTV : Η Γερμανία επιλέγει βραχυπρόθεσμη πολιτική εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, με τίμημα τη στρατηγική συνέπεια στην κλιματική της πολιτική. Το σήμα προς αγορές, βιομηχανία και πολίτες είναι ότι οι κανόνες της πράσινης μετάβασης μπορούν να ανατραπούν υπό πολιτική πίεση, γεγονός που αυξάνει την αβεβαιότητα για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και αποδυναμώνει την αξιοπιστία της Ευρώπης στους διεθνείς κλιματικούς στόχους.

#Γερμανία #Ενέργεια #ΚλιματικήΑλλαγή #Θέρμανση

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.