Η πρώτη εφαρμογή των δυναμικών τιμολογίων αποκαλύπτει τεράστιες διακυμάνσεις τιμών μέσα στο 24ωρο. Από 1η Απριλίου το μοντέλο επεκτείνεται και στα νοικοκυριά.
Η έναρξη εφαρμογής των δυναμικών – ή «πορτοκαλί» – τιμολογίων ρεύματος για τις επιχειρήσεις αποκαλύπτει το πραγματικό μέγεθος της μεταβλητότητας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, η διαφορά μεταξύ φθηνότερων και ακριβότερων ωρών μέσα στο ίδιο 24ωρο μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 0,30 ευρώ ανά κιλοβατώρα, δημιουργώντας τόσο σημαντικές ευκαιρίες εξοικονόμησης όσο και κινδύνους για όσους δεν μπορούν να προσαρμόσουν την κατανάλωσή τους.
Μεγάλες διακυμάνσεις τιμών και προϋπόθεση η ευελιξία
Η λογική των δυναμικών τιμολογίων βασίζεται στην ωριαία χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας. Όσοι καταναλωτές – επιχειρήσεις σήμερα, νοικοκυριά από 1η Απριλίου – μπορούν να μεταφέρουν σημαντικό μέρος των φορτίων τους σε ώρες χαμηλής ή και μηδενικής τιμής, έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν ουσιαστική μείωση κόστους. Αντίθετα, όσοι παραμένουν «εγκλωβισμένοι» στις ακριβές ώρες, κινδυνεύουν να πληρώσουν ακριβότερα σε σχέση με ένα σταθερό τιμολόγιο.
Το κρίσιμο σημείο είναι η καθαρή εξίσωση: το όφελος από τις φθηνές ώρες πρέπει να υπερκαλύπτει το επιπλέον κόστος των ακριβών. Χωρίς αυτή την ενεργή διαχείριση κατανάλωσης, η επιλογή δυναμικού τιμολογίου μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια, ιδίως σε περιβάλλον αυξημένης διεθνούς ενεργειακής αβεβαιότητας.
Παραδείγματα κερδισμένων επιχειρήσεων
Ενδεικτικά, παραδείγματα που επεξεργάστηκε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δείχνουν το εύρος του πιθανού οφέλους. Εμπορικός πελάτης που στο πρώτο εξάμηνο του 2025 κατανάλωσε το 65% της ενέργειάς του μεταξύ 08:00 και 17:00, θα πλήρωνε τελική τιμή με κόστος χονδρικής 98 ευρώ/MWh, έναντι μέσης τιμής 108,60 ευρώ/MWh για το ίδιο διάστημα. Το όφελος φτάνει περίπου το 10% έναντι της μέσης χονδρικής.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το όφελος για βιομηχανικό πελάτη που κατά την ίδια περίοδο κατανάλωσε το 80% της ενέργειας στο ίδιο ωράριο: η τελική τιμή του θα διαμορφωνόταν στα 89 ευρώ/MWh, δηλαδή περίπου 18% χαμηλότερα από τη μέση τιμή των 108,60 ευρώ/MWh. Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν ότι η δυναμική τιμολόγηση ευνοεί ιδιαίτερα όσους έχουν δυνατότητα οργάνωσης της παραγωγής και των φορτίων με βάση τα σήματα τιμής.
Απαραίτητοι οι έξυπνοι μετρητές και η έγκαιρη ενημέρωση
Προϋπόθεση για την ένταξη σε δυναμικό τιμολόγιο είναι η ύπαρξη «έξυπνου» μετρητή κατανάλωσης. Σύμφωνα με τον ΔΕΔΔΗΕ, έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 1,4 εκατ. έξυπνοι μετρητές σε παροχές νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δημιουργώντας τη βασική υποδομή για την εξάπλωση του νέου μοντέλου.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο προβλέπει ότι η τελική τιμή προμήθειας για κάθε ώρα της επόμενης ημέρας ανακοινώνεται το αργότερο έως τις 17:00 της προηγούμενης. Παράλληλα, οι προμηθευτές υποχρεούνται να αποστέλλουν προειδοποιητικά μηνύματα (SMS ή Viber) μέχρι τις 17:00, εφόσον για οποιαδήποτε ώρα της επόμενης ημέρας η τιμή προμήθειας αναμένεται να υπερβεί τα 180 ευρώ/MWh. Στην αγορά δυναμικά τιμολόγια για επιχειρήσεις έχουν ήδη ανακοινώσει η ΔΕΗ, η Protergia, ο Ήρων και η ΖeniΘ.
Σταθερά τιμολόγια και δίλημμα για νοικοκυριά
Παρά την τεχνική ετοιμότητα, η πλειονότητα των καταναλωτών εξακολουθεί να προτιμά τα σταθερά – «μπλε» – τιμολόγια, τα οποία προσφέρουν προβλεψιμότητα λογαριασμών, ιδίως σε φάση γεωπολιτικής έντασης και ανόδου των διεθνών τιμών ενέργειας. Από 1η Απριλίου, όταν η δυναμική τιμολόγηση ανοίξει και για τα νοικοκυριά, το δίλημμα μεταξύ σταθερότητας και δυνητικού οφέλους θα γίνει κεντρικό ζήτημα ενεργειακής πολιτικής αλλά και οικογενειακού προϋπολογισμού.
Σχόλιο
: Η δυναμική τιμολόγηση μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο της χονδρεμπορικής αγοράς στον τελικό καταναλωτή. Όσοι έχουν τεχνογνωσία, έξυπνους μετρητές και ευελιξία φορτίων μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος τους και να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Όμως για τα νοικοκυριά χωρίς δυνατότητα προγραμματισμού, ο κίνδυνος «παγίδας» ακριβών ωρών είναι υπαρκτός. Χωρίς ισχυρή ενημέρωση, διαφάνεια εργαλείων και πραγματικό ανταγωνισμό προσφορών, τα δυναμικά τιμολόγια κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε προϊόν για λίγους «μυημένους», αντί για ευρύτερο εργαλείο εξορθολογισμού της αγοράς ενέργειας.






