Ενεργειακή ένταση, ναυτιλία και τρόφιμα: Πώς απειλείται το ελληνικό καλάθι

Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από ελλείψεις τροφίμων, αλλά από ένα νέο κύμα ακρίβειας. Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται σε ακριβότερη ενέργεια, μεταφορές και τελικά ράφι.

Η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν αναδιαμορφώνει μόνο τον ενεργειακό χάρτη, αλλά απειλεί να ανατινάξει και το παγκόσμιο – και κατ’ επέκταση το ελληνικό – καλάθι τροφίμων. Οι αγορές ενέργειας και ναυτιλίας λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της γεωπολιτικής αστάθειας, προκαλώντας ένα ντόμινο επιπτώσεων από τα στενά του Ορμούζ μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ.

Οι θαλάσσιοι «λαιμοί μπουκαλιού» και η μετάδοση της κρίσης

Κρίσιμοι θαλάσσιοι διάδρομοι, όπως τα Στενά του Ορμούζ και η Διώρυγα του Σουέζ, αποτελούν στρατηγικά σημεία για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας και αγροτικών προϊόντων. Από το Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και μεγάλες ποσότητες LNG. Οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή θα εκτίνασσε τις τιμές ενέργειας, αυξάνοντας άμεσα το κόστος παραγωγής και μεταφοράς τροφίμων.

Αντίστοιχα, περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου περνά από τη Διώρυγα του Σουέζ. Η ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα αναγκάζει τα πλοία να παρακάμπτουν την περιοχή, ακολουθώντας τη διαδρομή γύρω από την Αφρική. Αυτό συνεπάγεται 10–15 επιπλέον ημέρες ταξιδιού, υψηλότερα ασφάλιστρα και ναύλα, και τελικά ακριβότερες πρώτες ύλες και τρόφιμα για τους εισαγωγείς.

Το αποτέλεσμα δεν είναι κατ’ ανάγκη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων, αλλά μια ασύμμετρη κρίση τιμών. Οι χώρες που εισάγουν ενέργεια, σιτηρά και λιπάσματα σε δολάρια υφίστανται διπλή πίεση: από το ενεργειακό κόστος και από την ισοτιμία, με ιδιαίτερα οδυνηρές συνέπειες για ευάλωτες οικονομίες.

Λιπάσματα, αγροτική παραγωγή και ενεργειακό σοκ

Η διασύνδεση ενέργειας και τροφίμων είναι δομική. Τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η ουρία και η αμμωνία, βασίζονται στο φυσικό αέριο όχι μόνο ως καύσιμο αλλά και ως χημική πρώτη ύλη. Όταν το φυσικό αέριο ακριβαίνει, το κόστος παραγωγής λιπασμάτων αυξάνεται απότομα και σε ακραίες συνθήκες εργοστάσια περιορίζουν ή διακόπτουν τη λειτουργία τους, συρρικνώνοντας την προσφορά.

Παράλληλα, η γεωργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο: από τη λειτουργία μηχανημάτων και αντλιών άρδευσης μέχρι τη μεταφορά και αποθήκευση των προϊόντων. Η άνοδος της τιμής του Brent μεταφράζεται σε ακριβότερη καλλιέργεια και διανομή, με το επιπλέον κόστος να μετακυλίεται στον καταναλωτή.

Η εμπειρία του 2022, με την ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή στην Ουκρανία, έδειξε πώς η εκτίναξη του φυσικού αερίου στην Ευρώπη και οι αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές στην Ερυθρά Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο οδήγησαν σε άνοδο τιμών λιπασμάτων και ναύλων. Το αποτέλεσμα ήταν έντονες πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα, ειδικά σε χώρες εξαρτημένες από εισαγωγές.

Ευάλωτες χώρες και ο κίνδυνος κοινωνικής αποσταθεροποίησης

Η επισιτιστική κρίση δεν αφορά μόνο τη φυσική επάρκεια, αλλά κυρίως την οικονομική πρόσβαση στα τρόφιμα. Χώρες όπως η Αίγυπτος, ο Λίβανος, η Ιορδανία, η Υεμένη, η Τυνησία και πολλές οικονομίες της Υποσαχάριας Αφρικής είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες. Εξαρτώνται από εισαγωγές σιτηρών και λιπασμάτων, έχουν περιορισμένα συναλλαγματικά αποθέματα και υψηλό δημόσιο χρέος.

Στην Αίγυπτο, όπου το κράτος επιδοτεί το ψωμί για δεκάδες εκατομμύρια πολιτών, μια απότομη αύξηση των διεθνών τιμών σιταριού μετατρέπεται άμεσα σε δημοσιονομικό και κοινωνικό κίνδυνο. Στον Λίβανο, ήδη βυθισμένο σε πολυετή κρίση, η παραμικρή αναταραχή στις εισαγωγές σιτηρών μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή. Στην Υεμένη, όπου ήδη εξελίσσεται ανθρωπιστική τραγωδία, ένα νέο σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα θα ήταν καταστροφικό.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα: επάρκεια προϊόντων, ασφυξία τιμών

Η Ελλάδα, ως μέλος της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, διαθέτει θεσμικά και παραγωγικά «μαξιλάρια» που μειώνουν τον κίνδυνο πραγματικών ελλείψεων τροφίμων. Η πρόσβαση στις εσωτερικές ροές της ΕΕ, η σημαντική εγχώρια παραγωγή σε φρούτα, λαχανικά, ελαιόλαδο και γαλακτοκομικά, καθώς και τα εργαλεία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των κρατικών παρεμβάσεων, λειτουργούν ως γραμμές άμυνας.

Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος για τα ελληνικά νοικοκυριά δεν είναι τα άδεια ράφια, αλλά η περαιτέρω άνοδος των ήδη υψηλών τιμών. Ήδη καταγράφονται εντυπωσιακές αυξήσεις στη χονδρική φρέσκων λαχανικών – με κολοκύθια κοντά στα 2,70 €/κιλό και αγγούρια περίπου 1,30 €/τεμάχιο χονδρική – ενώ πολλές τιμές έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια νέα διεθνής ενεργειακή ή ναυτιλιακή αναταραχή θα ενίσχυε περαιτέρω το κόστος παραγωγής και διανομής, τροφοδοτώντας νέο κύμα ανατιμήσεων στα ράφια. Η απειλή δεν είναι μια θεαματική επισιτιστική κατάρρευση, αλλά η παγίωση μιας «ακριβής κανονικότητας», όπου η πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή γίνεται ολοένα και πιο δυσπρόσιτη για ευρύ τμήμα της κοινωνίας.

Σχόλιο SBCTV : Η Ελλάδα έχει θωράκιση έναντι ελλείψεων, όχι όμως απέναντι στην ακρίβεια. Η πολιτική πρόκληση είναι να περιοριστεί η μεταφορά των ενεργειακών και ναυτιλιακών σοκ στο καλάθι του καταναλωτή, με στοχευμένα μέτρα σε παραγωγούς και αδύναμα νοικοκυριά, πριν η «ακριβή κανονικότητα» γίνει μόνιμο καθεστώς.

#ενέργεια #τρόφιμα #ακρίβεια #πληθωρισμός #ΜέσηΑνατολή

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.