Η ψήφιση της επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού αλλάζει ριζικά τον εκλογικό χάρτη. Η κυβέρνηση τη συνδέει με ισοτιμία δικαιωμάτων και ενίσχυση της διασποράς.
Με ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναδεικνύει ως τομή για τη λειτουργία της δημοκρατίας την καθιέρωση της επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού στις εθνικές εκλογές. Η ρύθμιση, που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή, θα ισχύσει από τις επόμενες εθνικές κάλπες και επιτρέπει στους απόδημους να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα από τη χώρα διαμονής τους, χωρίς υποχρέωση μετακίνησης.
Από το ταξίδι στην κάλπη, στο φάκελο από το εξωτερικό
Ο πρωθυπουργός υπενθυμίζει ότι μέχρι το 2019 οι Έλληνες που ζούσαν στο εξωτερικό και ήθελαν να ψηφίσουν ήταν αναγκασμένοι να ταξιδέψουν στην Ελλάδα, με σημαντικό οικονομικό και χρονικό κόστος. Το 2023 έγινε το πρώτο βήμα, με τη δυνατότητα ψήφου σε εκλογικά τμήματα του εξωτερικού, αλλά με γεωγραφικούς και πρακτικούς περιορισμούς, καθώς πολλοί ομογενείς έπρεπε να διανύσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στο πλησιέστερο κέντρο.
Η νέα μεταρρύθμιση, όπως τη περιγράφει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ευθυγραμμίζει τις εθνικές εκλογές με το μοντέλο που εφαρμόστηκε στις πρόσφατες ευρωεκλογές, όπου οι απόδημοι ψήφισαν με επιστολική ψήφο. «Χωρίς μετακινήσεις. Χωρίς ταξίδια εκατοντάδων χιλιομέτρων έως το πλησιέστερο εκλογικό κέντρο», σημειώνει, προβάλλοντας την ευκολία συμμετοχής ως κεντρικό πλεονέκτημα της νέας διαδικασίας.
Ισότητα ψήφου και πολιτική στόχευση
Στο πολιτικό αφήγημα της κυβέρνησης, η επιστολική ψήφος παρουσιάζεται ως αποκατάσταση μιας δημοκρατικής ανισότητας. «Η φωνή ενός πολίτη στη Μελβούρνη, στο Λονδίνο, στο Τορόντο έχει το ίδιο βάρος με τη φωνή ενός πολίτη στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη ή στο Ηράκλειο», αναφέρει ο πρωθυπουργός, μιλώντας για «αυτονόητο» δικαίωμα και «ίσα δημοκρατικά δικαιώματα για όλες τις Ελληνίδες, για όλους τους Έλληνες, όπου κι αν αυτοί ζουν».
Πέρα από τη θεσμική διάσταση, η κίνηση έχει σαφή πολιτική φόρτιση. Η ενσωμάτωση της διασποράς στο εκλογικό σώμα, με λιγότερα εμπόδια, μπορεί να επηρεάσει συσχετισμούς σε μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς τα κόμματα καλούνται πλέον να απευθυνθούν συστηματικά σε ένα πολυπληθές και ετερογενές σώμα ψηφοφόρων εκτός συνόρων. Η κυβερνητική ρητορική, ότι «έτσι τιμούμε τη διασπορά, στην πράξη», στοχεύει στην ενίσχυση του δεσμού του κέντρου λήψης αποφάσεων με τον απόδημο ελληνισμό, ο οποίος παραδοσιακά διαδραματίζει ρόλο και στο οικονομικό, επενδυτικό και πολιτιστικό αποτύπωμα της χώρας.
Η εφαρμογή της επιστολικής ψήφου σε εθνικό επίπεδο φέρνει, ωστόσο, και τεχνικές και θεσμικές προκλήσεις: από τη διασφάλιση της μυστικότητας και της γνησιότητας της ψήφου, έως την έγκαιρη διακίνηση και καταμέτρηση των φακέλων. Η επιτυχία ή οι τριβές της πρώτης εφαρμογής θα καθορίσουν και τον βαθμό εμπιστοσύνης των πολιτών στον νέο θεσμό.
Σχόλιο
: Η επιστολική ψήφος για τους αποδήμους είναι μια θεσμική αναβάθμιση με σαφές πολιτικό αποτύπωμα: διευρύνει το εκλογικό σώμα, αυξάνει την υποχρέωση όλων των κομμάτων να αποκτήσουν συνεκτική στρατηγική για τον απόδημο ελληνισμό και ταυτόχρονα θα αποτελέσει τεστ αξιοπιστίας του διοικητικού μηχανισμού ως προς τη διαφάνεια και την ασφάλεια της διαδικασίας. Αν λειτουργήσει ομαλά, μπορεί να αλλάξει μόνιμα τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τη σχέση της με τα εκατομμύρια των Ελλήνων εκτός συνόρων.






