Η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ ανακοινώνει αυστηρούς περιορισμούς στην οικονομική και στεγαστική στήριξη αιτούντων άσυλο. Το Λονδίνο υιοθετεί το «δανέζικο μοντέλο», προκαλώντας πολιτικές και ανθρωπιστικές αντιδράσεις.
Το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών ετοιμάζει μια βαθιά αναδιάρθρωση του συστήματος στήριξης αιτούντων άσυλο, με την υπουργό Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ να παρουσιάζει σήμερα πακέτο μέτρων που συνδέει άμεσα την πρόσβαση σε κρατική βοήθεια με τη συμπεριφορά και τα οικονομικά μέσα των προσφύγων.
Σύνδεση στήριξης με νομιμότητα και οικονομική δυνατότητα
Σύμφωνα με το σχέδιο, όσοι αιτούντες άσυλο παραβιάζουν τον νόμο ή εργάζονται παράνομα θα μπορούν να απομακρύνονται από την κρατικά χρηματοδοτούμενη στέγαση και να χάνουν τα επιδόματα διαβίωσης. Παράλληλα, θα διακόπτεται η οικονομική στήριξη για όσους κριθεί ότι έχουν τη δυνατότητα να αυτοσυντηρηθούν, με την κυβέρνηση να δηλώνει ότι η δωρεάν στέγη και τα επιδόματα πρέπει να περιορίζονται «σε όσους πραγματικά τα χρειάζονται».
Κεντρικό στοιχείο των αλλαγών είναι η κατάργηση της υφιστάμενης νομικής υποχρέωσης του κράτους να εγγυάται στήριξη σε αιτούντες άσυλο που κινδυνεύουν με ακραία ένδεια όσο εκκρεμεί η απόφαση για το καθεστώς τους. Όσοι έχουν δικαίωμα εργασίας –συνήθως μετά από αναμονή άνω του ενός έτους για απόφαση– θα μπορούν να στερηθούν περαιτέρω βοήθεια, με το σκεπτικό ότι εμπίπτουν στην κατηγορία των ανθρώπων «με μέσα αυτοσυντήρησης».
Το ίδιο θα ισχύει για άτομα που κατέθεσαν αίτημα ασύλου ενώ είχαν εισέλθει στη χώρα με βίζα που επιτρέπει εργασία. Επιπλέον, όσοι διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία θα μπορούν να υποχρεώνονται να συνεισφέρουν στο κόστος της διαμονής τους. Υπουργοί έχουν ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι ακόμη και αυτοκίνητα ή ηλεκτρικά ποδήλατα μπορεί να θεωρηθούν αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Πολιτικές αντιδράσεις και ανθρωπιστικές ανησυχίες
Οι αλλαγές, που θα τεθούν σε ισχύ από τον Ιούνιο, παρουσιάζονται από τη Μαχμούντ ως η «εργατική» εκδοχή μιας πολιτικής «συμπονετικής αλλά ελεγχόμενης» διαχείρισης του ασύλου. Στόχος της ομιλίας της στο ινστιτούτο Institute for Public Policy Research είναι να πείσει τους εσωκομματικούς επικριτές στο Εργατικό Κόμμα ότι «η αποκατάσταση της τάξης και του ελέγχου στα σύνορα δεν αποτελεί προδοσία, αλλά ενσάρκωση των αξιών» του κόμματος.
Η συντηρητική αντιπολίτευση, ωστόσο, θεωρεί ότι το πακέτο δεν πηγαίνει αρκετά μακριά, ζητώντας ακόμη αυστηρότερη γραμμή. Στον αντίποδα, οι Πράσινοι κατηγορούν τη Μαχμούντ ότι υιοθετεί ρητορική της άκρας δεξιάς, ενώ ανθρωπιστικές οργανώσεις, όπως το Refugee Council, προειδοποιούν ότι η μεταρρύθμιση θα οδηγήσει σε αύξηση της αστεγίας, μεταφέροντας το κόστος σε δήμους και στο εθνικό σύστημα υγείας.
Το υπουργείο Εσωτερικών δεν δημοσιοποιεί πόσοι αιτούντες άσυλο έχουν σήμερα δικαίωμα εργασίας, γεγονός που καθιστά ασαφές πόσους θα επηρεάσουν οι νέοι κανόνες. Στο τέλος του περασμένου έτους, 107.003 άτομα λάμβαναν κρατική στήριξη, εκ των οποίων περίπου 30.000 στεγάζονταν σε ξενοδοχεία – ένα μοντέλο που η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να καταργήσει έως το 2029, αντικαθιστώντας το με μεγαλύτερες, χαμηλότερου κόστους δομές, όπως πρώην στρατιωτικές βάσεις.
Το Λονδίνο επιχειρεί να προσεγγίσει το δανέζικο μοντέλο, όπου η στήριξη είναι πιο στοχευμένη και αυστηρά συνδεδεμένη με την υποχρέωση ενεργής συνεργασίας του αιτούντος με τις αρχές. Η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικού ελέγχου και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσφύγων αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτικής αντιπαράθεσης τους επόμενους μήνες.
Σχόλιο
: Η βρετανική κυβέρνηση επιλέγει μια στρατηγική «πειθαρχίας μέσω στέγης και επιδομάτων», μετατρέποντας την κοινωνική στήριξη σε εργαλείο μεταναστευτικής αποτροπής. Το ρίσκο είναι διπλό: αφενός η πιθανή επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης με περισσότερους άστεγους αιτούντες άσυλο, αφετέρου η μετακύλιση του κόστους από τον κεντρικό προϋπολογισμό σε τοπικές αρχές και υγειονομικές δομές. Αν δεν συνοδευτεί από ριζική επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, η πολιτική αυτή κινδυνεύει να παράγει περισσότερη ανασφάλεια παρά εξοικονόμηση.






