Η κυβέρνηση Στάρμερ αναδιοργανεί κρατικό μηχανισμό και άμυνα για μια σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν που εκτιμά ότι θα διαρκέσει. Το Λονδίνο φοβάται ενεργειακό σοκ, πληθωριστικές πιέσεις και νέα κρίση κόστους ζωής.
Η βρετανική κυβέρνηση υπό τον Κιρ Στάρμερ μπαίνει σε λειτουργία «μακράς διάρκειας» απέναντι στον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν, καθώς το Λονδίνο επιχειρεί να μείνει εκτός άμεσης εμπλοκής, γνωρίζοντας όμως ότι οι παράπλευρες συνέπειες για άμυνα, ενέργεια και κόστος ζωής θα είναι βαθιές και παρατεταμένες.
Αναδιάταξη κρατικού μηχανισμού και στρατιωτική στάση
Στο Γουάιτχολ, υπουργεία Άμυνας, Εξωτερικών, Ενέργειας, Μεταφορών και Εμπορίου αναδιατάσσουν προσωπικό για περίοδο τριών έως τεσσάρων μηνών, με αξιωματούχους να μιλούν για προετοιμασία «μακράς πνοής». Ο κεντρικός σχεδιασμός προβλέπει ότι η άμεση, «κινητική» φάση των συγκρούσεων θα διαρκέσει εβδομάδες, αλλά οι επιπτώσεις μπορεί να εκτείνονται πολύ πέρα από αυτό.
Το Υπουργείο Άμυνας επικεντρώνεται στην προστασία βρετανικών βάσεων και προσωπικού, έχοντας ήδη αυξήσει το επίπεδο μέτρων ασφαλείας και ενισχύσει την παρουσία μαχητικών αεροσκαφών στην περιοχή από τις αρχές του έτους. Η ανάπτυξη του πολεμικού πλοίου HMS Dragon προς Ανατολική Μεσόγειο, για την ενίσχυση της βάσης της RAF στο Ακρωτήρι Κύπρου, εγκρίθηκε σε καθεστώς πίεσης χρόνου, ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να διασφαλίσει ότι η νέα εμπλοκή δεν θα υπονομεύσει τις δεσμεύσεις της στο ΝΑΤΟ και τη στήριξη προς την Ουκρανία.
Παρά το γεγονός ότι η Βρετανία περιορίζει τη χρήση των βάσεών της από τις ΗΠΑ, ειδικοί όπως ο Jacob Parakilas προειδοποιούν ότι η σχετική ασφάλεια σήμερα –με τις περισσότερες βρετανικές εγκαταστάσεις στο όριο της εμβέλειας ιρανικών μέσων– δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό για μελλοντικές κρίσεις.
Ενεργειακό σοκ, κόστος ζωής και νομισματική πολιτική
Το πιο άμεσο πολιτικό ρίσκο για τον Στάρμερ είναι το ενεργειακό μέτωπο. Η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς και ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ βρίσκονται σε συνεχείς επαφές με πετρελαϊκές εταιρείες όπως BP και Shell, αλλά και με βασικούς προμηθευτές φυσικού αερίου, όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, για να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις στις αγορές. Η κυβέρνηση εξετάζει επίσης επιλογές να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ακόμη και μέσω ναυτικών συνοδειών εμπορικών πλοίων.
Δεξαμενές σκέψης προειδοποιούν ότι, αν οι εχθροπραξίες συνεχιστούν, οι λογαριασμοί ενέργειας των βρετανικών νοικοκυριών μπορεί να αυξηθούν πάνω από 500 λίρες το καλοκαίρι, παρά το προσωρινό «μαξιλάρι» της ρυθμιζόμενης ανώτατης τιμής για τους επόμενους τρεις μήνες. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η κυβέρνηση θα δεχθεί πιέσεις να επαναλάβει τα ακριβά πακέτα στήριξης της περιόδου μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών ενέργειας μπορεί να φρενάρει ή και να αντιστρέψει την πορεία μείωσης των επιτοκίων από την Τράπεζα της Αγγλίας. Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών εκτιμά ότι, αν το σοκ αποδειχθεί επίμονο, το βασικό επιτόκιο ίσως χρειαστεί να αυξηθεί ξανά πάνω από το 4%, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ήδη εύθραυστο δημοσιονομικό πλαίσιο της κυβέρνησης.
Εσωτερική ασφάλεια, κυβερνοαπειλές και πολιτική φθορά
Στο εσωτερικό, το Υπουργείο Εσωτερικών και οι υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούν ενδεχόμενη αύξηση της τρομοκρατικής απειλής, ενώ το Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας έχει εκδώσει προειδοποίηση προς οργανισμούς να ενισχύσουν την άμυνά τους, αναγνωρίζοντας ότι η κυβερνοαπειλή από το Ιράν μπορεί να μεταβληθεί ταχέως. Ταυτόχρονα, το Υπουργείο Εξωτερικών συντονίζει μια πρωτοφανή επιχείρηση επαναπατρισμού εκατοντάδων χιλιάδων Βρετανών που έχουν εγκλωβιστεί στον Κόλπο.
Για τον Στάρμερ, η σύγκρουση στο Ιράν συμπυκνώνει ένα εκρηκτικό μείγμα στρατηγικών διλημμάτων: ανάγκη διατήρησης της στενής σχέσης με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, αποφυγή άμεσης εμπλοκής σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή, προστασία της οικονομίας από νέο ενεργειακό σοκ και διαχείριση μιας κοινωνίας ήδη εξαντλημένης από χρόνια κρίσης κόστους ζωής.
Σχόλιο
: Η βρετανική κρίση γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν λειτουργεί ως προειδοποίηση και για την Ευρώπη: η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται άμεσα σε ενεργειακές, πληθωριστικές και χρηματοπιστωτικές πιέσεις, επαναφέροντας το δίλημμα μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και κοινωνικής προστασίας. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια και ευάλωτα νοικοκυριά, η παρακολούθηση των βρετανικών χειρισμών προσφέρει χρήσιμα μαθήματα για το πώς –ή πώς να μην– αντιμετωπίζεται το επόμενο ενεργειακό σοκ.






