Παρά τη βαθιά αποδοκιμασία της κοινής γνώμης για τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα αντίστοιχα ισχυρό αντιπολεμικό κίνημα. Δύο αναλυτές εξηγούν τι άλλαξε από την εποχή του Βιετνάμ και πού βρίσκονται σήμερα τα νέα σημεία πίεσης.
Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν είναι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, από τους πιο αντιδημοφιλείς πολέμους στην αμερικανική ιστορία ήδη από την έναρξή του. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό, ενώ η κοινωνία αντιμετωπίζει οξύ πρόβλημα κόστους ζωής. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει εμφανιστεί ακόμη ένα μαζικό, οργανωμένο αντιπολεμικό κίνημα αντίστοιχο με αυτό της εποχής του Βιετνάμ.
Από το Βιετνάμ στο Ιράν: πώς αλλάζει η λογική του πολέμου
Οι συγγραφείς υπενθυμίζουν ότι ο πόλεμος στο Βιετνάμ ξεκίνησε με ευρεία κοινωνική αποδοχή. Χρειάστηκαν χρόνια, δεκάδες χιλιάδες νεκροί Αμερικανοί, τεράστιο οικονομικό κόστος και επίμονη κινητοποίηση για να αντιστραφεί το κλίμα. Κεντρική ιδέα τότε ήταν η αύξηση του «κόστους του πολέμου» για την Ουάσιγκτον – πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού και στρατιωτικού.
Το αντιπολεμικό κίνημα αξιοποίησε εκλογικούς κύκλους, διεθνείς συμμαχίες, οικονομικά μποϊκοτάζ (όπως στη Dow Chemical), στρατιωτική ανυποταξία και μαζικές φοιτητικές κινητοποιήσεις για να καταστήσει τη συνέχιση του πολέμου πολιτικά ασύμφορη. Η αποχώρηση από το Βιετνάμ το 1973 ήρθε όταν το συνολικό κόστος είχε γίνει μη αποδεκτό για την αμερικανική ηγεσία.
Σήμερα, όμως, η ίδια στρατηγική δεν μεταφέρεται μηχανικά. Ο χαρακτήρας του πολέμου έχει αλλάξει: λιγότερα χερσαία στρατεύματα, περισσότερα drones, ειδικές δυνάμεις και αεροπορικές επιχειρήσεις. Περίπου 50.000 Αμερικανοί βρίσκονται κοντά στο Ιράν, έναντι 550.000 στο Βιετνάμ το 1969. Η «απομακρυσμένη» διεξαγωγή περιορίζει τις ανθρώπινες απώλειες για τις ΗΠΑ, άρα και την άμεση κοινωνική πίεση.
Αποσύνθεση κοινωνικών δομών και κρίση συλλογικής οργάνωσης
Καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η αποδυνάμωση της οργανωμένης κοινωνικής ζωής. Στις δεκαετίες του 1960–70, συνδικάτα, φοιτητικοί σύλλογοι, εκκλησίες, κοινότητες μεταναστών, ακόμη και καφενεία στρατιωτών λειτουργούσαν ως πυκνό δίκτυο που μπορούσε να στηρίξει, να χρηματοδοτήσει και να πολλαπλασιάσει αντιπολεμικές δράσεις.
Σήμερα, η αποσάθρωση των εργατικών και τοπικών θεσμών, η γενικευμένη ατομικοποίηση και η μεταφορά του δημόσιου διαλόγου στο διαδίκτυο έχουν αποδυναμώσει τη δυνατότητα μακρόπνοης οργάνωσης. Η διαδικτυακή «αγανάκτηση» σπάνια μεταφράζεται σε σταθερές δομές, μέλη, πόρους και στρατηγική. Παράλληλα, η ιστορική απογοήτευση από ανεκπλήρωτες επαναστατικές προσδοκίες (Κούβα, Αλγερία, Βιετνάμ κ.ά.) καλλιεργεί σήμερα κυνισμό και αίσθηση αδυναμίας αλλαγής.
Νέα πεδία πίεσης: κόστος ζωής, τεχνολογία, Ισραήλ
Την ίδια στιγμή, ο τρόπος διεξαγωγής του πολέμου ανοίγει νέες δυνατότητες. Η σύγχρονη, υψηλής τεχνολογίας πολεμική μηχανή είναι εξαιρετικά δαπανηρή: ένα μόνο αντιπυραυλικό Thaad κοστίζει 12,7 εκατ. δολάρια, ενώ τις πρώτες έξι ημέρες του πολέμου με το Ιράν οι ΗΠΑ φέρονται να δαπάνησαν σχεδόν 13 δισ. δολάρια. Σε συνθήκες «κρίσης προσιτότητας» για τα νοικοκυριά και αυξημένων τιμών ενέργειας, το οικονομικό βάρος του πολέμου μπορεί να γίνει κεντρικό πολιτικό διακύβευμα.
Επιπλέον, η στενή διασύνδεση στρατιωτικού συμπλέγματος, τεχνολογικών κολοσσών και εσωτερικής καταστολής (π.χ. συνεργασία εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης τόσο με τον στρατό όσο και με την υπηρεσία μετανάστευσης ICE) δημιουργεί πολλαπλά σημεία στόχευσης: από πανεπιστημιακές συνεργασίες και ερευνητικά συμβόλαια έως λιμάνια και αεροδρόμια που διακινούν οπλικά συστήματα.
Κρίσιμη θεωρείται και η ειδική σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ. Η τεράστια στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική στήριξη προς το Ισραήλ, σε συνδυασμό με τις κατηγορίες για γενοκτονία στη Γάζα και συνεχή επέκταση εποικισμών στη Δυτική Όχθη, καθιστά το Ισραήλ βασικό στόχο διεθνούς απονομιμοποίησης. Τα χιλιάδες «νήματα» που συνδέουν τις δύο χώρες –από τουρισμό και δημοτικά ομόλογα έως ακαδημαϊκές ανταλλαγές– μπορούν να γίνουν πεδία κοινωνικής πίεσης.
Πώς μπορεί να αναγεννηθεί ένα μαζικό αντιπολεμικό κίνημα
Οι συγγραφείς προτείνουν ένα πλέγμα σταδιακών βημάτων: επιστροφή στην πρόσωπο με πρόσωπο πολιτική συζήτηση σε χώρους όπου οι άνθρωποι ήδη συνυπάρχουν (γειτονιές, σχολεία, χώροι εργασίας), σύνδεση του πολέμου με καθημερινά προβλήματα όπως οι τιμές καυσίμων και η δημοκρατική οπισθοδρόμηση, μετατροπή των εκλογικών αναμετρήσεων σε μοχλό πίεσης με σαφή «τεστ» αντιπολεμικής στάσης για τους υποψηφίους.
Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη στοχευμένης οργάνωσης σε κλάδους-κλειδιά: βιομηχανία όπλων, logistics, έρευνα, ΜΜΕ. Ήδη καταγράφονται παραδείγματα εργαζομένων και ερευνητών που αρνούνται συμβάσεις με το Πεντάγωνο ή αντιδρούν στη μεταφορά οπλισμού. Κατά τους αναλυτές, οι μεγάλες πορείες έχουν αξία μόνο ως «πύλες εισόδου» σε πιο μόνιμες δομές βάσης, ικανές να σχεδιάζουν μακροχρόνια στρατηγική απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Παρά τις δυσκολίες, θεωρούν ότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι ευνοϊκές: η αμερικανική κοινωνία είναι πιο ενημερωμένη, πιο καχύποπτη απέναντι στο κράτος και πιο κριτική προς τους πολέμους και το Ισραήλ σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό που λείπει είναι η οργάνωση, η διάρκεια και ένα πειστικό όραμα για εναλλακτική πορεία χωρίς πόλεμο.
Σχόλιο
: Η ανάλυση φωτίζει κάτι κρίσιμο για την Ελλάδα και την Ευρώπη: σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι διεξάγονται «μακριά» αλλά πληρώνονται μέσω πληθωρισμού, ενέργειας και φόρων, το πραγματικό πεδίο μάχης μεταφέρεται στις κοινωνίες των δυτικών χωρών. Όποιος καταφέρει να συνδέσει πειστικά το κόστος των πολεμικών επιλογών με την καθημερινή οικονομική ασφυξία των πολιτών, αποκτά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στις ελίτ ασφαλείας. Η ελληνική εμπειρία με τις αμυντικές δαπάνες και την ενεργειακή εξάρτηση δείχνει ότι αυτή η συζήτηση αργά ή γρήγορα θα φτάσει και εδώ.
#ΗΠΑ #Ιράν #Ισραήλ #Πόλεμος #ΑντιπολεμικόΚίνημα #Γεωπολιτική #Ενέργεια






