Ο Ιρλανδός συγγραφέας Κολμ Τόιμπιν μετατρέπει την εμπειρία ζωής στις ΗΠΑ επί Τραμπ σε λογοτεχνικό σχόλιο για το κακό και την ανοχή του. Μέσα από ιστορίες μεταναστών, μνήμης και σιωπηλών συγκρούσεων, αναδεικνύει πώς το αδιανόητο γίνεται καθημερινότητα.
Ο Ιρλανδός συγγραφέας Κολμ Τόιμπιν, εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη, χρησιμοποιεί την προσωπική του εμπειρία από τη ζωή στις ΗΠΑ επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ για να φωτίσει μια σκοτεινή, αλλά κρίσιμη διάσταση της σύγχρονης πολιτικής: όχι μόνο «τι είναι το κακό», αλλά και «πώς το κακό γίνεται ανεκτό». Το νέο του συλλογικό έργο διηγημάτων λειτουργεί ως καθρέφτης μιας Αμερικής όπου η σκληρή μεταναστευτική πολιτική και η κρατική βία παύουν να προκαλούν σοκ και ενσωματώνονται στην καθημερινότητα.
Μετανάστευση, φόβος και η λογοτεχνία του «παρανόμου»
Κεντρικό μοτίβο στο κείμενο του Τόιμπιν είναι ο «παράνομος» μετανάστης – συχνά Ιρλανδός – που έχει χτίσει μια ζωή στις ΗΠΑ και ξαφνικά βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα καθεστώς αυξανόμενης καταστολής. Σε μια ιστορία, ο ήρωας αποφασίζει να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ την ημέρα της ορκωμοσίας του Τραμπ για τη δεύτερη θητεία του, φοβούμενος ότι θα γίνει στόχος της ICE, της υπηρεσίας μετανάστευσης. Το προσωπικό του δίλημμα – αν θα μείνει κοντά στην κόρη του ή θα σώσει την ελευθερία του – συμπυκνώνει την ωμή πραγματικότητα για χιλιάδες μετανάστες που ζουν «στη σκιά».
Η λογοτεχνική φαντασία του Τόιμπιν διασταυρώνεται με πραγματικά περιστατικά: αναφέρεται στην υπόθεση του Ιρλανδού Σέιμους Κάλετον, ο οποίος, μετά από δεκαετίες ζωής στις ΗΠΑ, συνελήφθη από την ICE και περιέγραψε τις συνθήκες κράτησης ως «σαν στρατόπεδο συγκέντρωσης». Για τον συγγραφέα, η απόσταση ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα μικραίνει επικίνδυνα – και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανησυχητικό.
Η «κανονικότητα» του αδιανόητου και η δύναμη της υπόρρητης σύγκρουσης
Ο Τόιμπιν επιμένει ότι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής Τραμπ δεν είναι μόνο οι ίδιες οι πολιτικές, αλλά η ταχύτητα με την οποία η κοινωνία συνηθίζει σε αυτές. Αυτό που πριν από λίγο καιρό φαινόταν αδιανόητο, γίνεται «κανονικό», παύει να προκαλεί αγανάκτηση. Αυτή η σταδιακή αναισθητοποίηση απέναντι στην αδικία είναι, κατά τον συγγραφέα, η ουσία της ανοχής προς το κακό.
Στο επίπεδο της τεχνικής, ο Τόιμπιν εξηγεί πώς χτίζει ιστορίες από μικρά, σχεδόν ασήμαντα «θραύσματα» πραγματικότητας – μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο, τρεις αδελφές σε μια ουρά για ενοικίαση σπιτιού, μια παλιά φοιτητική εστία που υπάρχει μόνο στη μνήμη. Συχνά επιλέγει να μην γράψει τη «μεγάλη σκηνή» – την κατά μέτωπο σύγκρουση – αλλά να εστιάσει στην ώρα πριν ή μετά, στη σιωπή, στην απόφαση να μην ειπωθεί κάτι. Η απουσία της δραματικής κορύφωσης γίνεται η ίδια δραματική, υπογραμμίζοντας πώς οι άνθρωποι εσωτερικεύουν τον φόβο, την ενοχή ή τη συνενοχή τους.
Τα δωμάτια, τα σπίτια και οι πόλεις όπου έζησε – από τη Βαρκελώνη και το Μπουένος Άιρες μέχρι το Όστιν και το Σαν Φρανσίσκο – λειτουργούν ως «στοιχειωμένοι» χώροι μνήμης. Μόνο όταν φύγει από αυτούς, λέει, μπορεί να τους γράψει: όταν γίνουν παρελθόν, «πλαίσιο» έτοιμο να μπει σε ιστορία. Έτσι και η σημερινή του ζωή στη Νέα Υόρκη, σε μια Αμερική όπου το κακό έχει γίνει οικείο, θα αποτελέσει υλικό για μελλοντικές αφηγήσεις – εφόσον προλάβει να τη δει από την απόσταση της μνήμης.
Σχόλιο
: Η κατάθεση του Τόιμπιν υπερβαίνει την προσωπική μαρτυρία: είναι μια προειδοποίηση για κάθε δημοκρατία που συνηθίζει σταδιακά την αυθαιρεσία. Η Ελλάδα, με τη δική της εμπειρία μεταναστευτικών ροών και θεσμικών κρίσεων, έχει λόγο να διαβάσει προσεκτικά αυτή τη λογοτεχνική «ακτινογραφία» της αμερικανικής κανονικοποίησης του κακού.






