Η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να κλιμακώσει τον πόλεμο με το Ιράν αναδιατάσσει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, ο Κιρ Στάρμερ παλεύει να ισορροπήσει μεταξύ διεθνούς δικαίου και εσωκομματικών πιέσεων.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε μαζικούς βομβαρδισμούς κατά του Ιράν, μετά την προηγούμενη επιχείρηση απαγωγής του προέδρου της Βενεζουέλας, σηματοδοτεί μια νέα φάση κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, με ελάχιστο στρατηγικό σχεδιασμό και μέγιστο πολιτικό κυνισμό. Ο Αμερικανός πρόεδρος, απογοητευμένος – όπως σατιρικά περιγράφεται – που δεν έλαβε το Νόμπελ Ειρήνης, εμφανίζεται πλέον αποφασισμένος να διεκδικήσει, μεταφορικά, ένα «Νόμπελ Πολέμου».
Κλιμάκωση χωρίς σχέδιο διαδοχής στην Τεχεράνη
Η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, δημιουργεί κενό εξουσίας σε ένα ήδη εύθραυστο καθεστώς. Όπως αναδεικνύεται, δεν υπάρχει σαφής διάδοχος, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχεται ότι «κατά λάθος» εξόντωσε και τις δεύτερες και τρίτες επιλογές διαδοχής. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν επιτυγχάνεται από αέρος: οι βομβαρδισμοί σπάνια παράγουν σταθερότητα, αλλά σχεδόν πάντα γεννούν χρόνια αστάθεια και θρησκευτικές συγκρούσεις.
Η αμερικανική εμπλοκή, όπως σχολιάζεται, πιθανότατα θα λήξει όχι με στρατηγική απόφαση, αλλά όταν ο Τραμπ «βαρεθεί» το μέτωπο και στραφεί αλλού, αφήνοντας πίσω του ένα πεδίο συγκρούσεων που θα κληθούν να διαχειριστούν άλλοι. Αυτό το μοτίβο, γνώριμο από προηγούμενες επεμβάσεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη, ενισχύει την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον κινείται περισσότερο με βάση εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες παρά με σαφή γεωπολιτική στρατηγική.
Το δύσκολο δίλημμα του Κιρ Στάρμερ και οι βρετανικές αντιφάσεις
Για τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, η κρίση εξελίσσεται σε πολιτικό ναρκοπέδιο. Αρχικά αποφάσισε να μην συμμετάσχει η Βρετανία στις επιθετικές επιχειρήσεις ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Ωστόσο, μετά από ιρανική επίθεση σε αεροπορική βάση στην Κύπρο, ανακοίνωσε ότι θα επιτρέψει τη χρήση βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ για «αμυντικά πλήγματα» σε ιρανικές πυραυλικές εγκαταστάσεις.
Η κίνηση αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο ως σταδιακή και νομικά τεκμηριωμένη απόφαση, με στόχο την ενίσχυση της άμυνας και όχι την εμπλοκή σε πόλεμο αλλαγής καθεστώτος. Παρ’ όλα αυτά, δέχθηκε σφοδρά πυρά τόσο από την αριστερή πτέρυγα όσο και από τη δεξιά αντιπολίτευση, που τον κατηγορούν για αδυναμία, αντιφάσεις ή ακόμη και προδοσία των εθνικών συμφερόντων.
Στο προσκήνιο επανέρχονται τα φαντάσματα του Ιράκ: βουλευτές από διαφορετικά κόμματα υπενθυμίζουν τα λάθη των επεμβάσεων σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη και ζητούν σαφές σχέδιο, νομική βάση και κοινοβουλευτικό έλεγχο πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή. Την ίδια στιγμή, σκληροπυρηνικές φωνές, όπως της Κέμι Μπάντενοκ, πιέζουν για πλήρη ευθυγράμμιση με την Ουάσινγκτον, ακόμη και με παράκαμψη του κοινοβουλίου.
Λαϊκή κόπωση από τους πολέμους και πολιτικός κυνισμός
Η βρετανική και αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζονται κουρασμένες από διαδοχικούς «πολέμους επιλογής». Παρά ταύτα, μέρος του πολιτικού προσωπικού κινείται με γνώμονα μικροκομματικά οφέλη και ιδεολογικές εμμονές, άλλοτε καταγγέλλοντας τους πολέμους όταν τους αποφασίζουν αντίπαλοι, άλλοτε υπερασπιζόμενοι τους ίδιους χειρισμούς όταν προέρχονται από «φίλιες» κυβερνήσεις.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η κλιμάκωση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και η γενικευμένη αστάθεια απειλούν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, την ενέργεια και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών – ζητήματα που αφορούν άμεσα και την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Σχόλιο
: Η κρίση αναδεικνύει πόσο επικίνδυνος είναι ο συνδυασμός προσωποπαγούς, αλλοπρόσαλλης ηγεσίας στην Ουάσινγκτον και αδύναμων, εσωτερικά διχασμένων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου και θεσμικά αντίβαρα, η Δύση κινδυνεύει να επαναλάβει τα ίδια λάθη: βεβιασμένη στρατιωτική δράση, πολιτικό κενό την επόμενη μέρα και μακροχρόνια αποσταθεροποίηση που τελικά επιστρέφει ως μπούμερανγκ στα ίδια τα δυτικά συμφέροντα.






