Ο διαχειριστής κεφαλαίων Σκοτ Μπέσεντ εκτιμά ότι εντός της εβδομάδας είναι πιθανή η επιβολή ενιαίου παγκόσμιου δασμού 15%. Μια τέτοια κίνηση θα αναδιαμορφώσει βίαια το διεθνές εμπόριο, τις αλυσίδες εφοδιασμού και τις αγορές.
Η εκτίμηση του γνωστού Αμερικανού επενδυτή και διαχειριστή κεφαλαίων Σκοτ Μπέσεντ ότι είναι «πιθανό» να επιβληθεί ήδη από αυτή την εβδομάδα ένας ενιαίος παγκόσμιος δασμός 15% σε μεγάλο εύρος εισαγωγών, επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας, πιο επιθετικής φάσης εμπορικού προστατευτισμού. Παρότι οι λεπτομέρειες της πρότασης δεν είναι δημόσια γνωστές, η ίδια η ιδέα ενός οριζόντιου δασμού με παγκόσμια εμβέλεια αρκεί για να ανησυχήσει κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και επενδυτές.
Τι σημαίνει ένας ενιαίος δασμός 15%
Ένας παγκόσμιος δασμός 15% θα αποτελούσε ουσιαστικά μια γενικευμένη αύξηση του κόστους στο διεθνές εμπόριο. Σε αντίθεση με τους στοχευμένους δασμούς σε συγκεκριμένους κλάδους ή χώρες, ένα τέτοιο μέτρο θα λειτουργούσε σαν «φίλτρο» πάνω σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, από τις πρώτες ύλες έως τα τελικά καταναλωτικά προϊόντα.
Οι άμεσες συνέπειες θα ήταν:
- Αύξηση του κόστους εισαγόμενων αγαθών, με πιθανή μετακύλιση στις τελικές τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
- Πίεση στα περιθώρια κέρδους εξαγωγικών και εισαγωγικών εταιρειών, ιδιαίτερα σε κλάδους με χαμηλά περιθώρια.
- Κίνητρο για επαναπατρισμό παραγωγής (reshoring) ή μεταφορά της πιο κοντά στις μεγάλες αγορές κατανάλωσης.
- Νέος γύρος εμπορικών αντιπαραθέσεων και πιθανών αντιμέτρων από χώρες που θα θεωρήσουν τον δασμό άδικο ή δυσανάλογο.
Για μικρές ανοιχτές οικονομίες, όπως η ελληνική, που εξαρτώνται από το εμπόριο και τον τουρισμό, μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε αύξηση του κόστους σε εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά, αλλά και πιθανές ανακατατάξεις στις εξαγωγές προς μεγάλες αγορές.
Επιπτώσεις στις αγορές και στη γεωπολιτική ισορροπία
Οι διεθνείς αγορές θα αντιδρούσαν σε έναν παγκόσμιο δασμό 15% με αυξημένη μεταβλητότητα. Οι μετοχές εξαγωγικών εταιρειών, οι ναυτιλιακές, αλλά και οι κλάδοι που βασίζονται σε παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες παραγωγής (τεχνολογία, αυτοκινητοβιομηχανία, βιομηχανικός εξοπλισμός) θα δέχονταν ισχυρές πιέσεις. Αντίθετα, ορισμένοι εγχώριοι παραγωγοί που ανταγωνίζονται εισαγόμενα προϊόντα ίσως έβλεπαν πρόσκαιρα οφέλη.
Σε επίπεδο γεωπολιτικής, ένας τέτοιος δασμός θα μπορούσε να εκληφθεί ως μονομερής κίνηση ισχύος από την πλευρά των ΗΠΑ ή μιας ομάδας μεγάλων οικονομιών, με στόχο την αναδιαπραγμάτευση των όρων της παγκοσμιοποίησης. Θα έθετε σε δοκιμασία τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, αλλά και τις διμερείς και περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες που έχουν υπογραφεί τα τελευταία χρόνια.
Για την Ευρώπη, η πρόκληση θα ήταν διπλή: αφενός να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση από αιφνίδιες ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και εξαρτήματα· αφετέρου να αποφύγει να βρεθεί στη μέση μιας κλιμακούμενης εμπορικής σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
Σχόλιο
: Η εκτίμηση Μπέσεντ, ακόμη και αν δεν υλοποιηθεί άμεσα, λειτουργεί ως καμπανάκι κινδύνου: η εποχή των χαμηλών δασμών και της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει τελειώσει. Οι ελληνικές επιχειρήσεις οφείλουν να χαρτογραφήσουν την έκθεσή τους σε ενδεχόμενη γενικευμένη αύξηση δασμών, να διαφοροποιήσουν αγορές και προμηθευτές και να επενδύσουν σε ανθεκτικές, πιο τοπικοποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού.






