Η Bank of America συμφώνησε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό 72,5 εκατ. δολαρίων για αγωγή που τη συνέδεε με τον Τζέφρι Έπσταϊν. Η τράπεζα αρνείται κάθε συμμετοχή, αλλά επιλέγει να κλείσει νομικά το μέτωπο.
Η Bank of America κατέληξε σε συμφωνία εξωδικαστικού συμβιβασμού ύψους 72,5 εκατ. δολαρίων (περίπου 62,8 εκατ. ευρώ), προκειμένου να τερματίσει ομαδική αγωγή που την κατηγορούσε ότι διευκόλυνε τις παράνομες δραστηριότητες σεξουαλικής εκμετάλλευσης του καταδικασμένου παιδόφιλου Τζέφρι Έπσταϊν. Η αγωγή είχε κατατεθεί από ανώνυμη γυναίκα, εκπροσωπώντας και άλλες φερόμενες ως θύματα.
Οι κατηγορίες κατά της τράπεζας και η γραμμή άμυνας
Σύμφωνα με το δικόγραφο, η Bank of America φέρεται να αγνόησε «κόκκινες σημαίες» και ύποπτες συναλλαγές που σχετίζονταν με τον Έπσταϊν, επιλέγοντας – όπως υποστήριζαν οι ενάγουσες – να προτάξει το κέρδος έναντι της προστασίας των θυμάτων. Η κατηγορία ουσιαστικά στηρίζεται στην υποχρέωση των τραπεζών να εφαρμόζουν αυστηρά συστήματα συμμόρφωσης και αναφοράς ύποπτων κινήσεων, ειδικά όταν πρόκειται για υψηλού προφίλ πελάτες.
Η τράπεζα, ωστόσο, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι διευκόλυνε εγκλήματα σεξουαλικής διακίνησης, δηλώνοντας ότι «η Bank of America δεν διευκόλυνε εγκλήματα σεξουαλικής διακίνησης». Παρά την επίμονη άρνηση ευθύνης, η διοίκηση επέλεξε τον συμβιβασμό, τονίζοντας ότι η συμφωνία προσφέρει «λήξη και δικαίωση για τις ενάγουσες» και αποτρέπει μία μακρά, δαπανηρή και επικίνδυνη ως προς τη φήμη της δίκη.
Η συμφωνία τελεί υπό την έγκριση ομοσπονδιακού δικαστή στις ΗΠΑ, όπου έχει ήδη οριστεί ακρόαση. Εφόσον εγκριθεί, θα κλείσει ένα ακόμη κεφάλαιο του εκτεταμένου δικαστικού σεισμού που έχει προκαλέσει η υπόθεση Έπσταϊν στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Το προηγούμενο των JPMorgan και Deutsche Bank και οι επιπτώσεις στη συμμόρφωση
Η Bank of America δεν είναι ο πρώτος μεγάλος χρηματοπιστωτικός οργανισμός που βρίσκεται στο στόχαστρο για τις σχέσεις του με τον Έπσταϊν. Το 2023, JPMorgan και Deutsche Bank είχαν επίσης καταλήξει σε εξωδικαστικούς συμβιβασμούς, καταβάλλοντας περίπου 75 εκατ. δολάρια η καθεμία για να κλείσουν αντίστοιχες ομαδικές αγωγές. Το μοτίβο είναι σαφές: οι μεγάλες τράπεζες προτιμούν να πληρώσουν σημαντικά ποσά παρά να διακινδυνεύσουν τις αποκαλύψεις και την αβεβαιότητα μιας δημόσιας δίκης με έντονο πολιτικό και κοινωνικό φορτίο.
Η υπόθεση Έπσταϊν, ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του στη Bear Stearns και μετέπειτα εξελίχθηκε σε ισχυρό χρηματοδότη με εκτεταμένα δίκτυα επιρροής, έχει ήδη οδηγήσει σε βαθιές αναταράξεις. Η αυτοκτονία του σε φυλακή της Νέας Υόρκης το 2019, ενώ ανέμενε νέα δίκη για διακίνηση ανηλίκων, δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντιθέτως, η δημοσιοποίηση εκτεταμένων «Epstein files» το 2025 προκάλεσε παγκόσμιες πολιτικές και θεσμικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων συλλήψεων στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποκάλυψης σχέσεων με προβεβλημένα πρόσωπα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Για τον διεθνή τραπεζικό κλάδο, οι διαδοχικοί συμβιβασμοί στέλνουν σαφές μήνυμα: η ανοχή σε πελάτες υψηλού κινδύνου, ακόμη και αν δεν αποδειχθεί ποινική συνέργεια, μπορεί να μεταφραστεί σε τεράστιο νομικό και φήμης κόστος. Η υπόθεση λειτουργεί ως καταλύτης για αυστηρότερα συστήματα ελέγχου συναλλαγών, ενισχυμένες διαδικασίες «know your customer» και μεγαλύτερη λογοδοσία διοικήσεων όταν αγνοούνται προειδοποιητικά σημάδια.
Σχόλιο
: Οι συνεχείς συμβιβασμοί μεγάλων τραπεζών στην υπόθεση Έπσταϊν δείχνουν ότι η εποχή της «τυφλής» εξυπηρέτησης ισχυρών πελατών τελειώνει· το νομικό ρίσκο της αδράνειας απέναντι σε «κόκκινες σημαίες» γίνεται πλέον συστημικό και ακριβό.






