Από τα τέλη Φεβρουαρίου η Ινδία καταγράφει απότομη αύξηση διαγραφών πολιτικού περιεχομένου που επικρίνει τη στάση της κυβέρνησης στον πόλεμο με το Ιράν. Η αδιαφάνεια του νομικού πλαισίου και η σύνδεση με τη γεωπολιτική κρίση ανησυχούν οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων.
Μια ανησυχητική κλιμάκωση λογοκρισίας στα κοινωνικά δίκτυα καταγράφεται στην Ινδία τις τελευταίες εβδομάδες, με αιχμή κάθε ανάρτηση που αμφισβητεί τη στάση της κυβέρνησης στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν. Οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων και ακτιβιστές μιλούν για στοχευμένη φίμωση πολιτικής σάτιρας, αντιπολιτευτικού λόγου και κριτικής στην εξωτερική πολιτική του Νέου Δελχί.
Κύμα διαγραφών συνδεδεμένο με τον πόλεμο και τη στάση Μόντι
Σύμφωνα με το Internet Freedom Foundation, μόνο έως τις 19 Μαρτίου είχαν τεκμηριωθεί τουλάχιστον 42 περιπτώσεις διαγραφών ή περιορισμών λογαριασμών, με τη «σπίθα» να ανάβει γύρω στις 11 Μαρτίου. Ερευνητές εκτιμούν ότι οι πραγματικοί αριθμοί είναι πολύ υψηλότεροι, καθώς πολλές πλατφόρμες δεν δημοσιοποιούν συστηματικά τα κυβερνητικά αιτήματα.
Η χρονική σύμπτωση με την κλιμάκωση των επιθέσεων ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν είναι ενδεικτική. Ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι είχε επισκεφθεί το Ισραήλ στα τέλη Φεβρουαρίου, λίγες ημέρες πριν τις επιθέσεις, γεγονός που έφερε τη μέχρι τότε προσεκτική ινδική στάση στη Μέση Ανατολή στο επίκεντρο της εσωτερικής κριτικής. Παρότι ο Μόντι αναγνώρισε στη Βουλή ότι η κατάσταση είναι «ανησυχητική» και δήλωσε πως η Ινδία ενθαρρύνει «ειρηνική λύση», η σιωπή του απέναντι στις επιθέσεις έχει γίνει στόχος σάτιρας και πολιτικής πίεσης.
Στο στόχαστρο βρέθηκαν σκίτσα του γνωστού γελοιογράφου Σατίς Ατσάρια, τα οποία παρομοίαζαν τον Μόντι με ηγέτη που κλείνει τα μάτια μπροστά σε θύματα με την ένδειξη «σκοτωμένος από ΗΠΑ και Ισραήλ», αλλά και σατιρικά βίντεο της διαδικτυακής πύλης «The Wire». Παράλληλα, αφαιρέθηκαν αναρτήσεις της αντιπολίτευσης, ενός απόστρατου αξιωματικού της αεροπορίας και δημοφιλείς παρωδικοί λογαριασμοί στο X, που ειρωνεύονταν την εγγύτητα του Μόντι με το Ισραήλ.
Αδιαφανές νομικό πλαίσιο και ανησυχίες για την ελευθερία λόγου
Οι διαγραφές στηρίζονται σε ινδική νομοθεσία που επιτρέπει στην κυβέρνηση να διατάσσει πλατφόρμες να μπλοκάρουν ή να αφαιρούν περιεχόμενο για λόγους «εθνικής ασφάλειας» ή «δημόσιας τάξης». Ωστόσο, οι σχετικές εντολές δεν δημοσιοποιούνται ποτέ. Ο ιδρυτής του Internet Freedom Foundation, Απάρ Γκούπτα, υπογραμμίζει ότι «δεν υπάρχει κανένα δημόσιο αρχείο αυτών των εντολών ούτε της αιτιολόγησής τους – η αδιαφάνεια είναι εκ προθέσεως».
Αναλυτές όπως ο Πρατίκ Βάγκρε επιβεβαιώνουν «σαφή αύξηση των αιτημάτων μπλοκαρίσματος από τα τέλη Φεβρουαρίου», με έμφαση σε περιεχόμενο που ασκεί κριτική στην εξωτερική πολιτική. Εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης, όπως η Σουπρίγια Σρινέιτ του Κογκρέσου, καταγγέλλουν «τη μεγαλύτερη επίθεση στην ελευθερία του λόγου», υποστηρίζοντας ότι «οτιδήποτε επικρίνει τον πρωθυπουργό θα πρέπει να εξαφανίζεται».
Η κυβέρνηση, δια του ανώνυμου σχολίου αξιωματούχου, αντιτείνει ότι οι παρεμβάσεις είναι απαραίτητες για να αποτραπεί η κλιμάκωση εντάσεων σε ένα εύφλεκτο γεωπολιτικό περιβάλλον και ότι «δεν υπάρχει πρόθεση στοχοποίησης νόμιμης κριτικής». Ωστόσο, η σύμπτωση χρόνου, περιεχομένου και μυστικότητας δημιουργεί την εντύπωση συστηματικής χρήσης των εργαλείων λογοκρισίας για να περιοριστεί η δημόσια συζήτηση γύρω από τη στρατηγική της Ινδίας στη Μέση Ανατολή.
Γεωπολιτική κρίση, ενεργειακό σοκ και κοινωνική δυσαρέσκεια
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο θεσμικά δικαιώματα, αλλά και την καθημερινότητα των πολιτών. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 1/5 του παγκόσμιου πετρελαίου. Για μια χώρα ιδιαίτερα εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας, όπως η Ινδία, αυτό μεταφράζεται σε αύξηση τιμών καυσίμων και κυρίως υγραερίου (LPG), με άμεσο πολιτικό κόστος.
Η ερευνήτρια Πάμελα Φίλιποζ επισημαίνει ότι «υπό τον Μόντι, η εξωτερική πολιτική παύει να είναι αφηρημένη – γίνεται ορατή στο πορτοφόλι του πολίτη». Η άνοδος του κόστους ενέργειας καθιστά τον πόλεμο με το Ιράν χειροπιαστό ζήτημα για τα νοικοκυριά και τροφοδοτεί κριτική, την ώρα που στα social media παρατηρείται πρωτοφανής ευαισθησία απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση της κυβερνητικής γραμμής.
Για ειδικούς σε θέματα τεχνολογίας όπως ο Κάραν Σάινι, το ανησυχητικό στοιχείο είναι ο συνδυασμός αυξημένων εντολών μπλοκαρίσματος, μυστικότητας και σαφούς γεωπολιτικής συγκυρίας: «Οι αριθμοί ανεβαίνουν και το πρόσφατο κύμα είναι ασυνήθιστο. Η ένταση και η αδιαφάνεια των παρεμβάσεων είναι πρωτοφανείς και ανησυχητικές».
Σχόλιο
: Η ινδική περίπτωση δείχνει πώς οι γεωπολιτικές κρίσεις λειτουργούν ως επιταχυντής για την εγκαθίδρυση μόνιμων μηχανισμών ψηφιακού ελέγχου. Όταν η εθνική ασφάλεια χρησιμοποιείται ως γενική ρήτρα, χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία, η γραμμή ανάμεσα στην προστασία της δημόσιας τάξης και στην καταστολή της κριτικής γίνεται επικίνδυνα θολή. Για δημοκρατίες με μεγάλες αγορές και φιλοδοξίες παγκόσμιας ισχύος, όπως η Ινδία, το πραγματικό τεστ δεν είναι μόνο η γεωστρατηγική ισορροπία, αλλά η ικανότητα να αντέχουν τη δημόσια διαφωνία όταν οι επιλογές τους έχουν άμεσο οικονομικό κόστος για τους πολίτες.






