Η Τεχεράνη χαρακτηρίζει Ρωσία και Κίνα «στρατηγικούς εταίρους» σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Παράλληλα χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης στις αγορές ενέργειας.
Η Τεχεράνη επιβεβαιώνει πλέον ανοιχτά αυτό που οι δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας υποψιάζονταν εδώ και καιρό: την εμβάθυνση ενός τριγώνου στρατηγικής συνεργασίας με τη Μόσχα και το Πεκίνο, που εκτείνεται από την οικονομία μέχρι τη στρατιωτική τεχνολογία. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι η χώρα του έχει «καλή συνεργασία» με Ρωσία και Κίνα «πολιτικά, οικονομικά, ακόμη και στρατιωτικά», υπογραμμίζοντας ότι οι δύο δυνάμεις αποτελούν στρατηγικούς εταίρους της Τεχεράνης στον πόλεμο με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Ο άξονας Τεχεράνης – Μόσχας – Πεκίνου
Οι αναφορές του Αραγτσί έρχονται να κλειδώσουν μια ήδη ορατή πραγματικότητα: Ιράν και Ρωσία έχουν αναβαθμίσει θεαματικά τις σχέσεις τους την τελευταία δεκαετία, ως απάντηση στην αμερικανική πίεση και τις κυρώσεις. Η Τεχεράνη προμηθεύει τη Μόσχα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη τύπου Shahed, τα οποία χρησιμοποιούνται στον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ έχουν δημιουργηθεί και γραμμές παραγωγής εντός ρωσικού εδάφους.
Παράλληλα, οι δύο χώρες υπήρξαν από τους βασικούς πυλώνες στήριξης του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, στοιχείο που κατέδειξε από νωρίς τη σύγκλιση γεωπολιτικών συμφερόντων. Στο κινεζικό μέτωπο, η υπογραφή της 25ετούς συμφωνίας οικονομικής συνεργασίας το 2021, εστιασμένης στην προμήθεια ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα, προσφέρει στην Τεχεράνη κρίσιμη οικονομική ανάσα και στο Πεκίνο μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια.
Η δημόσια πλέον αναφορά σε «στρατιωτική συνεργασία» με τις δύο πυρηνικές δυνάμεις μετατρέπει αυτόν τον τριμερή άξονα σε διακηρυγμένο αντίβαρο προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, με συνέπειες που ξεπερνούν τη Μέση Ανατολή και αγγίζουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τις αγορές ενέργειας.
Τα Στενά του Ορμούζ ως γεωοικονομικό όπλο
Εξίσου ανησυχητική είναι η τοποθέτηση του Ιρανού ΥΠΕΞ για τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο Αραγτσί τόνισε ότι η δίοδος έχει κλείσει για δεξαμενόπλοια και πλοία που ανήκουν σε «εχθρούς» – δηλαδή αμερικανικά, ισραηλινά και των συμμάχων τους – επιμένοντας όμως ότι «τα Στενά δεν είναι κλειστά» για τα υπόλοιπα.
Η επιλεκτική αυτή παρεμπόδιση ναυσιπλοΐας λειτουργεί στην πράξη ως στοχευμένη χρήση ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος για πολιτικοστρατιωτικούς σκοπούς, με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές του πετρελαίου, που έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών τροφοδοτεί νέο κύμα αστάθειας στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, με κίνδυνο να μετατραπεί σε πληθωριστική πίεση διεθνώς.
Οι δηλώσεις Τραμπ, ο οποίος υπαινίχθηκε ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν «βοηθά λίγο» το Ιράν, εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο ανησυχίας στην Ουάσινγκτον για τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου αντιδυτικού μπλοκ. Για την Ευρώπη, που παραμένει ενεργειακά εκτεθειμένη μετά την αποκοπή από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, η κλιμάκωση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί έναν ακόμη γεωπολιτικό κίνδυνο με άμεση οικονομική διάσταση.
Σχόλιο
: Η ανοιχτή ομολογία στρατιωτικής συνεργασίας Ιράν–Ρωσίας–Κίνας και η εργαλειοποίηση των Στενών του Ορμούζ κωδικοποιούν τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό, αλλά βαθιά μπλοκαρισμένο κόσμο: ενεργειακές ροές, ναυτιλία και αγορές γίνονται εργαλεία πίεσης, με την Ευρώπη και ιδίως τις εισαγωγικές οικονομίες – όπως η Ελλάδα – να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου από νέα ενεργειακά σοκ.






