Η Ισλανδία φέρνει ξανά στο τραπέζι την ευρωπαϊκή της προοπτική με δημοψήφισμα στις 29 Αυγούστου για επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Η στροφή συνδέεται με το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο στον Αρκτικό Κύκλο και την άνοδο του κόστους ζωής.
Η Ισλανδία, μία από τις μικρότερες αλλά στρατηγικά πιο κρίσιμες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, ετοιμάζεται να ξανανοίξει το κεφάλαιο της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Κρίστρουν Φροσταδότιρ αποφάσισε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στις 29 Αυγούστου για το αν η χώρα θα επαναλάβει τις παγωμένες από το 2013 ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες.
Το πολιτικό διακύβευμα και η διαδικασία
Η απόφαση εγκρίθηκε σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου και τώρα πρέπει να λάβει το πράσινο φως από το κοινοβούλιο, το Αλθίνγκι. Το ερώτημα προς τους πολίτες δεν αφορά άμεση ένταξη, αλλά την επανεκκίνηση των συνομιλιών. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό και οι διαπραγματεύσεις οδηγήσουν σε πρόσκληση ένταξης, θα ακολουθήσει δεύτερο, τελικό δημοψήφισμα για την αποδοχή ή απόρριψη της πλήρους συμμετοχής στην ΕΕ.
Η κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι αν το δημοψήφισμα του Αυγούστου απορριφθεί, το ζήτημα θα αποσυρθεί «οριστικά» από την πολιτική ατζέντα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup που επικαλείται η δημόσια ραδιοτηλεόραση RUV, το 57% των Ισλανδών τάσσεται υπέρ της επανέναρξης των συνομιλιών, ενώ το 30% παραμένει αντίθετο, ένδειξη μιας κοινωνίας που μετακινείται μεν προς την Ευρώπη, αλλά παραμένει διχασμένη.
Γεωπολιτική πίεση, κόστος ζωής και αρκτική αστάθεια
Η Ισλανδία έχει στενούς δεσμούς με την ΕΕ μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της ζώνης Σένγκεν, χωρίς ωστόσο να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων. Η πρωθυπουργός Φροσταδότιρ υποστηρίζει ότι η χώρα διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική θέση και θα αποτελούσε «ισχυρό και αξιόπιστο εταίρο» εντός της Ένωσης, αποκτώντας επιτέλους λόγο στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Η αλλαγή κλίματος τροφοδοτείται από τρεις βασικούς παράγοντες: την εκτόξευση του κόστους ζωής, τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την αυξανόμενη γεωπολιτική ένταση στον Αρκτικό Κύκλο. Η Ισλανδία, με περίπου 400.000 κατοίκους και ως μικρότερο μέλος του ΝΑΤΟ, εξαρτά την ασφάλειά της από τη Συμμαχία, αλλά βλέπει την ΕΕ ως πρόσθετη «άγκυρα» σταθερότητας και αξιών.
Στην εξίσωση προστίθεται και η απρόβλεπτη στάση των ΗΠΑ. Οι απειλές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία, καθώς και οι δημόσιες γκάφες του γύρω από τις βορειοατλαντικές γεωγραφίες, ενίσχυσαν στην Ισλανδία την αίσθηση ότι η ευρωπαϊκή ομπρέλα είναι πλέον πιο αναγκαία.
Οικονομικά οφέλη και σκληρές αντιστάσεις
Παρά τους στενούς δεσμούς με την Ευρώπη, ισχυρές ομάδες συμφερόντων παραμένουν καχύποπτες ή εχθρικές προς την ένταξη. Αγρότες και παράγοντες της πανίσχυρης αλιευτικής βιομηχανίας φοβούνται ότι οι Βρυξέλλες θα επιβάλουν άνοιγμα των πλούσιων αλιευτικών πεδίων του Βόρειου Ατλαντικού σε στόλους άλλων κρατών-μελών, υπονομεύοντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της ισλανδικής οικονομίας.
Η ενταξιακή διαδικασία, αν ξεκινήσει, θα είναι μακρά και απαιτητική. Η Ισλανδία θα αξιολογηθεί σε 35 κεφάλαια κριτηρίων – από τη διαφάνεια και τα χρηματοπιστωτικά πρότυπα, μέχρι τις μεταφορές, τη γεωργία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του Τύπου. Κάθε ένα από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ θα πρέπει να συναινέσει στην τελική ένταξη.
Η επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ, Μάρτα Κος, υπενθύμισε ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον σήμερα είναι «θεμελιωδώς διαφορετικό» σε σχέση με το 2009, όταν η Ισλανδία υπέβαλε για πρώτη φορά αίτηση ένταξης μετά την κατάρρευση του τραπεζικού της συστήματος. Για τις Βρυξέλλες, η Ισλανδία δεν είναι απλώς ένας ακόμη υποψήφιος, αλλά κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα ασφάλειας και σταθερότητας στον Βορρά.
Σχόλιο
: Το δημοψήφισμα της Ισλανδίας λειτουργεί ως τεστ αντοχής για την ελκυστικότητα της ΕΕ σε μια εποχή πολυπολικού ανταγωνισμού. Αν επικρατήσει το «ναι» στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, οι Βρυξέλλες θα κερδίσουν ένα σημαντικό γεωπολιτικό χαρτί στον Αρκτικό Κύκλο. Αν όμως υπερισχύσουν οι φόβοι για την αλιεία και την εθνική κυριαρχία, θα σταλεί μήνυμα ότι ακόμη και ώριμες, φιλοευρωπαϊκές κοινωνίες δυσκολεύονται να αποδεχθούν το πλήρες βάθος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.






