Οι χειμερινές εκπτώσεις του 2026 δεν κατάφεραν να ανακουφίσουν το ελληνικό λιανεμπόριο. Η γεωπολιτική ένταση και η συμπίεση εισοδημάτων εντείνουν την αβεβαιότητα για τη συνέχεια.
Ο εγχώριος κλάδος του λιανικού εμπορίου εισέρχεται στο 2026 με βαριά κληρονομιά από ένα δύσκολο 2025 και με ένα ακόμη πιο ρευστό περιβάλλον μπροστά του. Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή επιδεινώνει ένα ήδη πιεσμένο σκηνικό, όπου τα λειτουργικά κόστη παραμένουν υψηλά και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών διαβρώνεται συστηματικά.
Οι χειμερινές εκπτώσεις που δεν ανέτρεψαν την εικόνα
Η χειμερινή εκπτωτική περίοδος του 2026, που ολοκληρώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου – την ίδια ημέρα που ξέσπασαν οι νέες εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή – αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών. Ο εμπορικός κόσμος είχε «ποντάρει» σε αυτήν για να πέσει «ζεστό» χρήμα στα ταμεία και να ανακοπεί η πτωτική τάση του 2025, όμως τα στοιχεία δείχνουν το αντίθετο.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, οι μισές επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου (50%) κατέγραψαν χαμηλότερες πωλήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ενώ μόλις μία στις δέκα είδε βελτίωση. Παρά τις «γενναιόδωρες» προσφορές – δύο στις τρεις επιχειρήσεις υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30% – η κίνηση παρέμεινε υποτονική.
Ενδεικτικά, το 48% των επιχειρήσεων δηλώνει από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένο από τις πωλήσεις της περιόδου, ενώ τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις αναφέρουν χαμηλή επισκεψιμότητα. Παράλληλα, σημαντικό τμήμα των εμπόρων (22%) επέλεξε στοχευμένες εκπτώσεις μόνο σε συγκεκριμένα προϊόντα, ως άμυνα απέναντι στο αυξημένο κόστος προμηθειών.
Συμπιεσμένα εισοδήματα και αθέμιτος ανταγωνισμός
Η ΕΣΕΕ αποδίδει την αποτυχία των εκπτώσεων κυρίως στη μειωμένη αγοραστική δύναμη, με τους καταναλωτές να στρέφονται πρωτίστως στην κάλυψη βασικών αναγκών. Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και το ΕΒΕΠ, το οποίο κάνει λόγο για «αδιάφορη» περίοδο εκπτώσεων για τέσσερις στους δέκα καταναλωτές, αποδίδοντας την εξέλιξη στην παγιωμένη ακρίβεια.
Παράλληλα, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον αθέμιτο ανταγωνισμό από ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, που συμπιέζουν περαιτέρω τα περιθώρια των φυσικών καταστημάτων. Σε αυτό προστίθεται η ψυχολογία της αγοράς, την οποία επιβαρύνει το γεωπολιτικό ρίσκο. Όπως σημειώνουν παράγοντες του χώρου, «οι αγορές είναι θέμα ψυχολογίας και ο πόλεμος δεν βοηθά ποτέ την ψυχολογία».
Νοικοκυριά σε οριακό σημείο και αυξανόμενη αβεβαιότητα
Η τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025 αποτυπώνει την κλίμακα της πίεσης στα ελληνικά νοικοκυριά. Έξι στα δέκα δηλώνουν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα, καλύπτοντας κατά μέσο όρο μόλις 18 ημέρες. Πάνω από το 65% δηλώνει ότι δαπανά περισσότερα για τρόφιμα, ενώ περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά προχωρούν σε περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες, με την αποταμίευση να αποτελεί πλέον εξαίρεση.
Οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται στα μεσαία στρώματα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις από τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα λειτουργούν σωρευτικά. Αυτό σημαίνει ότι η «δεξαμενή» των δυνητικών καταναλωτών για μη απολύτως αναγκαία προϊόντα στερεύει, αφήνοντας το λιανεμπόριο εκτεθειμένο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αβεβαιότητα για το 2026 εντείνεται. Με τα περιθώρια τιμολογιακών «εκπτώσεων» να έχουν σχεδόν εξαντληθεί και τη ζήτηση να πιέζεται από όλες τις πλευρές, ο κλάδος καλείται να αναζητήσει νέα εργαλεία – από τον ψηφιακό μετασχηματισμό έως πιο στοχευμένες εμπορικές πρακτικές – γνωρίζοντας όμως ότι χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, τα περιθώρια αντιστροφής της τάσης παραμένουν περιορισμένα.
Σχόλιο
: Το λιανεμπόριο βρίσκεται σε παγίδα: έχει εξαντλήσει το όπλο των εκπτώσεων, ενώ η αγοραστική βάση συρρικνώνεται λόγω ακρίβειας και αθέμιτου διαδικτυακού ανταγωνισμού. Χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις για το κόστος, τον έλεγχο πλατφορμών και – κυρίως – την ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, το 2026 κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη μία χαμένη χρονιά για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.






