Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υπερασπίστηκε το πακέτο στήριξης για τα καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι αποδίδει μεγαλύτερες μειώσεις από μια προσωρινή μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Παράλληλα απέρριψε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για νέα φορολόγηση των τραπεζών, κατηγορώντας την αντιπολίτευση για «εύκολες λύσεις χωρίς κοστολόγηση».
Υπερασπιστική γραμμή για τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με στόχο την απορρόφηση μέρους των ανατιμήσεων στα καύσιμα και τις πρώτες ύλες, λόγω του πολέμου στο Ιράν, ανέλαβε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Μιλώντας στο OPEN, υποστήριξε ότι το στοχευμένο πακέτο επιδοτήσεων οδηγεί σε μεγαλύτερη ελάφρυνση στην αντλία σε σχέση με μια οριζόντια, δίμηνη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ).
Σύγκριση με μείωση ΕΦΚ και όρια από την ΕΕ
Ο Παύλος Μαρινάκης εξήγησε ότι η κυβέρνηση εξέτασε τεχνικά το περιθώριο μείωσης του ΕΦΚ, όπως το επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το diesel, ανέφερε ότι η ΕΕ επιτρέπει μείωση του ΕΦΚ κατά 8 λεπτά του ευρώ, από τα 41 στα 33 λεπτά. «Εμείς τα 41 λεπτά τα κατεβάζουμε στα 21», είπε, υποστηρίζοντας ότι η πραγματική μείωση φτάνει τα 20 λεπτά, άρα είναι μεγαλύτερη από το θεωρητικό περιθώριο στον φόρο κατανάλωσης.
Αντίστοιχα, για τη βενζίνη σημείωσε ότι η Ευρώπη επιτρέπει μείωση του ΕΦΚ κατά 34,1 λεπτά, ενώ τα κυβερνητικά μέτρα οδηγούν – για τους ιδιοκτήτες οχημάτων – σε μείωση 36 λεπτών στην ηπειρωτική χώρα και 43 λεπτών στα νησιά. Στο ερώτημα για τα εισοδηματικά κριτήρια, απάντησε ότι «οι ανάγκες προτεραιοποιούνται με βάση τα προβλήματα» και ότι οι δημοσιονομικοί πόροι είναι πεπερασμένοι.
Σύγκριση με την Ισπανία και προοπτική παράτασης μέτρων
Σε σχέση με τις πιο γενναιόδωρες – όπως παρουσιάζονται – παρεμβάσεις της Ισπανίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι «κάθε οικονομία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά» και ότι η Μαδρίτη μείωσε τα καύσιμα κατά 30 λεπτά, ενώ η Αθήνα προβλέπει 36 και 43 λεπτά για τη βενζίνη. Παράλληλα, υπενθύμισε προηγούμενες μειώσεις φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, κυρίως για πολύτεκνους και νέους, ως ένδειξη συνεπούς πολιτικής μείωσης φόρων.
Για τη σχέση των νέων μέτρων με τις εξαγγελίες της επόμενης ΔΕΘ, ο Παύλος Μαρινάκης διαβεβαίωσε ότι δεν τίθεται θέμα «ροκανίσματος» του δημοσιονομικού χώρου, καθώς το πακέτο αφορά το 2026 και είναι κοστολογημένο. Άφησε, ωστόσο, ανοικτό το ενδεχόμενο παράτασης πέραν του διμήνου, εφόσον η κρίση στα καύσιμα παραταθεί ή κλιμακωθεί, επισημαίνοντας ταυτόχρονα πρόσθετα έσοδα άνω των 100 εκατ. ευρώ από αυξημένη φορολόγηση κερδών στα καζίνο.
Σκληρή κριτική στην πρόταση ΠΑΣΟΚ για φορολόγηση τραπεζών
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για νέα φορολόγηση των τραπεζών. Ο Παύλος Μαρινάκης κατηγόρησε την κεντροαριστερά ότι επί δεκαετίες επενδύει ρητορικά στην τιμωρητική φορολόγηση «κακών τραπεζών, διυλιστηρίων και εταιρειών ενέργειας», υπενθυμίζοντας ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει ήδη φορολογήσει υπερκέρδη σε διυλιστήρια και ενέργεια, επιστρέφοντας – όπως είπε – δισεκατομμύρια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τόνισε ότι δεν είναι «κατά των τραπεζών ή των επιχειρήσεων», τις οποίες χαρακτήρισε «σοβαρούς πυλώνες της οικονομίας», που δημιουργούν θέσεις εργασίας. Επιτέθηκε προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη, λέγοντας ότι το ΠΑΣΟΚ «μιμείται πρακτικές εύκολων λύσεων χωρίς κοστολόγηση», όπως και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αντιπαρέβαλε το προεκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, ύψους 9 δισ. ευρώ, με αυτό του ΣΥΡΙΖΑ, ύψους 30 δισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες επιβράβευσαν το «κοστολογημένο» σχέδιο.
Κατέληξε ότι η βασική διαφορά κυβέρνησης – αντιπολίτευσης είναι πως «εμείς πρώτα κάνουμε και μετά εξηγούμε, εκείνοι λένε και δεν κάνουν, γιατί δεν κοστολογούν».
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση επενδύει επικοινωνιακά στη σύγκριση με τον ΕΦΚ για να αποδείξει ότι το πακέτο είναι «γενναιόδωρο», αλλά η στοχευμένη, προσωρινή επιδότηση αφήνει εκτός σημαντικά τμήματα της μεσαίας τάξης και μεταφέρει το βάρος στη διαχείριση πόρων αντί σε μόνιμη φορολογική ελάφρυνση. Παράλληλα, η σκληρή γραμμή κατά της πρότασης ΠΑΣΟΚ για τις τράπεζες δείχνει ότι το οικονομικό αφήγημα της ΝΔ παραμένει σταθερά φιλοεπενδυτικό, με σαφή άρνηση σε νέα έκτακτα βάρη για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ακόμη και σε περιβάλλον υψηλών κερδών.






