Ο πρώην διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου περιγράφει πώς γνώρισε, στήριξε και τελικά στράφηκε εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ. Τονίζει ότι ούτε τα «αρχεία Έπσταϊν» θα ανατρέψουν έναν ηγέτη που τρέφεται από τον θυμό της βάσης του.
Ο Άντονι Σκαραμούτσι, ο άνθρωπος που έγινε παγκοσμίως γνωστός για την θητεία-ρεκόρ 11 ημερών ως διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου, επιστρέφει στο προσκήνιο ως ένας από τους πιο αιχμηρούς επικριτές του Ντόναλντ Τραμπ. Ο πρώην χρηματιστής της Γουόλ Στριτ περιγράφει τον πρώην πρόεδρο ως έναν άνθρωπο για τον οποίο «κανείς δεν είναι φίλος, όλοι είναι συναλλαγές», υποστηρίζοντας ότι κατανοεί πλέον σε βάθος τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για την αμερικανική δημοκρατία.
Από τη γοητεία του Τραμπ στην πλήρη ρήξη
Η σχέση Σκαραμούτσι–Τραμπ ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ο νεαρός τότε τραπεζίτης της Goldman Sachs ανέβηκε για πρώτη φορά στον Πύργο Τραμπ. Τότε, ο Τραμπ ενσάρκωνε για τη Νέα Υόρκη το πρότυπο της «επιτυχίας»: λαμπερά εξώφυλλα, τηλεοπτική παρουσία, βιβλία όπως το «The Art of the Deal». Ο Σκαραμούτσι παραδέχεται ότι αρχικά «γοητεύτηκε» από αυτή την εικόνα, χωρίς να βλέπει τις χρεοκοπίες και τις «σκοτεινές πλευρές» πίσω από τη βιτρίνα.
Η πολιτική τους σύγκλιση –κοινωνικά πιο φιλελεύθεροι, αλλά οικονομικά συντηρητικοί και φιλικοί προς τις επιχειρήσεις– τον οδήγησε τελικά να στραφεί στο στρατόπεδο Τραμπ στην προεκλογική εκστρατεία του 2016. Ωστόσο, η εμπλοκή του στον Λευκό Οίκο αποδείχθηκε καταστροφική: ένα τηλεφώνημα σε δημοσιογράφο, γεμάτο ωμές εκφράσεις για κορυφαία στελέχη της διοίκησης, οδήγησε στην άμεση αποπομπή του.
Το προσωπικό κόστος ήταν τεράστιο: η σύζυγός του κατέθεσε αίτηση διαζυγίου, εκείνος απουσίαζε από τη γέννηση του δεύτερου γιου τους, ενώ η δημόσια εικόνα του διασύρθηκε. Ωστόσο, ο ίδιος θεωρεί σήμερα ότι αυτή η «συντριβή» του έδωσε βήμα για να μιλήσει ανοιχτά για τον Τραμπ και τις επιπτώσεις της διακυβέρνησής του.
«Τα αρχεία Έπσταϊν δεν θα τον ρίξουν» και ο κίνδυνος για τη δημοκρατία
Ο Σκαραμούτσι εκτιμά ότι ακόμη και νέα σκάνδαλα, όπως οι αποκαλύψεις γύρω από τον Τζέφρι Έπσταϊν, δεν θα είναι αρκετά για να ανατρέψουν τον Τραμπ: «Τα αρχεία Έπσταϊν δεν θα τον ρίξουν», υποστηρίζει, υπονοώντας ότι η σχέση του πρώην προέδρου με τη βάση του είναι περισσότερο συναισθηματική και ταυτοτική παρά ηθική.
Περιγράφει τον Τραμπ ως «άβολο εξωσυστημικό» που κουβαλά μόνιμο κόμπλεξ απέναντι στις ελίτ, αδυνατώντας να γίνει δεκτός σε κλειστές λέσχες και κύκλους της «μπλε αίματος» Αμερικής. Αυτή η αίσθηση αποκλεισμού, σύμφωνα με τον Σκαραμούτσι, τροφοδοτεί την επιθετική του στάση και εξηγεί γιατί μετατράπηκε σε «avatar του θυμού» για στρώματα της κοινωνίας που νιώθουν εγκαταλελειμμένα από το πολιτικό σύστημα.
Πέρα από το πρόσωπο Τραμπ, ο Σκαραμούτσι αναδεικνύει τον θεσμικό κίνδυνο. Σε πρόσφατη παρέμβασή του ασκεί δριμεία κριτική σε προληπτικά στρατιωτικά πλήγματα χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση, προειδοποιώντας ότι όταν μια δημοκρατία παρακάμπτει τις ίδιες τις διαδικασίες που τη διακρίνουν από τα αυταρχικά καθεστώτα, διαβρώνει το ηθικό της υπόβαθρο και την παγκόσμια αξιοπιστία της.
Κύκλοι 80 ετών και η ελπίδα για «αμερικανική ανανέωση»
Ο Σκαραμούτσι εντάσσει τον Τραμπ σε μια μακρά ιστορική διαδρομή, μιλώντας για «κύκλους 80 ετών» στην αμερικανική ιστορία: από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στον Εμφύλιο, από τη Μεγάλη Ύφεση και τους Παγκόσμιους Πολέμους μέχρι τη σημερινή κρίση θεσμών και κοινωνικού συμβολαίου. Υποστηρίζει ότι οι λανθασμένες επιλογές τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών –από την ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση και τις ανισότητες μέχρι τις επεμβάσεις στο εξωτερικό– άνοιξαν τον δρόμο στον τραμπισμό.
Παρά ταύτα, δηλώνει συγκρατικά αισιόδοξος: μετά τον «κύκλο Τραμπ» προβλέπει περίοδο ενδοσκόπησης, «εξιλέωσης και ανανέωσης», υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ ιστορικά διαθέτουν ικανότητα αυτοϊασης. Εν τω μεταξύ, ο ίδιος κεφαλαιοποιεί την εμπειρία του: βιβλία, podcast, σεμινάρια «ανθεκτικότητας» και μια δημόσια περσόνα που έχει ενσωματώσει την αποτυχία ως μέρος του brand του.
Σχόλιο
: Η διαδρομή Σκαραμούτσι λειτουργεί ως παράδειγμα για το πώς τμήματα της αμερικανικής οικονομικής ελίτ πρώτα νομιμοποίησαν τον Τραμπ και στη συνέχεια, όταν αντιλήφθηκαν την απειλή για θεσμούς και αγορές, επιχείρησαν να αποστασιοποιηθούν. Η ανάλυσή του για την ανθεκτικότητα του τραμπισμού υπενθυμίζει ότι η πολιτική πόλωση στις ΗΠΑ δεν είναι προσωποπαγής, αλλά δομική – με συνέπειες που επηρεάζουν και την παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική σταθερότητα.






