Η στρατιωτική σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν δεν είναι μόνο μια γεωπολιτική κρίση. Είναι και ένα τεράστιο οικονομικό στοίχημα για την αμερικανική οικονομία. Και το ερώτημα που αρχίζει να τίθεται όλο και πιο έντονα στους κύκλους των αγορών είναι απλό: μπορούν οι ΗΠΑ να χρηματοδοτήσουν έναν ακόμη πόλεμο;
Η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ έρχεται σε μια στιγμή που τα δημόσια οικονομικά των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Ομοσπονδιακά ελλείμματα που παραμένουν υψηλά, αυξημένο δημόσιο χρέος και μια οικονομία που δείχνει σημάδια κόπωσης δημιουργούν ένα δύσκολο υπόβαθρο για μια παρατεταμένη στρατιωτική επιχείρηση.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν ξεκινά σε «ουδέτερο» οικονομικό περιβάλλον. Ξεκινά σε μια περίοδο αυξημένων μακροοικονομικών κινδύνων.
Η οικονομία πριν από τον πόλεμο
Πριν ακόμη ξεκινήσει η σύγκρουση με το Ιράν, η αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε ήδη τρία βασικά προβλήματα.
Πρώτον, το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι δαπάνες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αυξάνονται ταχύτερα από τα έσοδα, ενώ το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει επίπεδα που παλαιότερα θεωρούνταν μη βιώσιμα.
Δεύτερον, ο πληθωρισμός δεν έχει εξαφανιστεί. Αν και έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα υψηλά της προηγούμενης διετίας, παραμένει αρκετά επίμονος ώστε να περιορίζει την ευελιξία της νομισματικής πολιτικής.
Τρίτον, οι προοπτικές για την αγορά εργασίας εμφανίζουν σημάδια επιβράδυνσης. Η δυναμική της απασχόλησης δείχνει να εξασθενεί, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο οικονομικής επιβράδυνσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προσθήκη ενός πολέμου στο εξωτερικό λειτουργεί σαν επιταχυντής δημοσιονομικών πιέσεων.
Ο πραγματικός λογαριασμός ενός πολέμου
Οι σύγχρονοι πόλεμοι είναι εξαιρετικά ακριβοί. Δεν περιλαμβάνουν μόνο το κόστος στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και:
-
στρατιωτικό εξοπλισμό
-
logistics και επιχειρησιακή υποστήριξη
-
αποζημιώσεις και βετεράνους
-
γεωπολιτικές δεσμεύσεις που διαρκούν χρόνια
Οι προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν κόστισαν τρισεκατομμύρια δολάρια. Ακόμη και αν ο πόλεμος με το Ιράν παραμείνει περιορισμένος χρονικά, η οικονομική επιβάρυνση μπορεί να αποδειχθεί σημαντική.
Και αυτό συμβαίνει τη στιγμή που η Ουάσιγκτον συνεχίζει να χρηματοδοτεί παράλληλα την υποστήριξη προς την Ουκρανία και να ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία σε διάφορα σημεία του πλανήτη.
Οι αγορές αρχίζουν να ανησυχούν
Οι διεθνείς επενδυτές παρακολουθούν με προσοχή αυτές τις εξελίξεις. Η βασική ανησυχία αφορά το κατά πόσο η αμερικανική κυβέρνηση θα χρειαστεί να εκδώσει ακόμη περισσότερο χρέος για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο.
Η αύξηση της προσφοράς αμερικανικών ομολόγων μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια, κάτι που θα επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές ενέργειας – αποτέλεσμα της έντασης στη Μέση Ανατολή – λειτουργούν σαν ένας έμμεσος φόρος για την παγκόσμια οικονομία.
Όταν το πετρέλαιο ανεβαίνει, η ανάπτυξη συνήθως επιβραδύνεται.
Το παράδοξο του «America First»
Η κατάσταση δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο. Το κίνημα που στήριξε την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να περιορίσουν τις δαπανηρές στρατιωτικές εμπλοκές στο εξωτερικό.
Το σύνθημα «America First» υποσχόταν ότι οι πόροι της χώρας θα κατευθύνονται κυρίως στην εσωτερική οικονομία.
Ωστόσο, ένας νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή κινδυνεύει να ανατρέψει αυτή τη φιλοσοφία, αυξάνοντας τις στρατιωτικές δαπάνες σε μια περίοδο όπου η αμερικανική οικονομία χρειάζεται δημοσιονομική σταθερότητα.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι μόνο το κόστος του πολέμου. Είναι ο συνδυασμός πολέμου, υψηλού χρέους και ενεργειακού σοκ.
Αυτός ο συνδυασμός έχει ιστορικά οδηγήσει σε οικονομικές αναταράξεις.
Αν η σύγκρουση παραταθεί ή επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, τότε το κόστος για την παγκόσμια οικονομία μπορεί να είναι σημαντικό – και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρεθούν στο επίκεντρο αυτού του λογαριασμού.







